Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

83. Ο χορός των άχαρων ερωτευμένων.

Ο χορευτής έκανε μία βαθιά υπόκλιση με διατεταγμένα τα χέρια και τα πόδια και ζήτησε το όνομα της ντάμας του. Εκείνη του συστήθηκε.
«Εγώ είμαι ο σπουδαιότερος των άχαρων χορευτών της χώρας.» απάντησε και με το ένα χέρι κράτησε το δικό της και πέρασε το άλλο στη μέση της, παίρνοντας θέση για χορό.
«Ξέρετε να χορεύετε;» τη ρώτησε.
«Αρκετά καλά.» απάντησε εκείνη, και άρχισαν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα.
«Χμ.» προβληματίστηκε ο χορευτής. «Αυτό μπορεί να μην είναι καλό. Μπορεί να σας στοιχίσει το κεφάλι.» είπε. «Η βασίλισσά δεν συμπαθεί όσους χορεύουν καλύτερα από εκείνη. Και ξέρετε είναι κρίμα, γιατί δεν είναι πολύ καλή χορεύτρια η ίδια.»
Η κοπέλα ανησύχησε. Στα αλήθεια δεν είχε να πει κάτι. Η ανησυχία της όμως βρήκε τρόπο να φανεί στον χορευτή. Σχηματίστηκε στο πρόσωπο της.
«Μην ανησυχείτε.» είπε ο χορευτής. «Θα σας μάθω εγώ να χορέψετε όπως πρέπει απόψε. Κάντε μία άχαρη φιγούρα εδώ.» της είπε και πήρε το χέρι της από την μέση της. Εκείνη απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του καβαλιέρου της με έναν πολύ αδέξιο στροβιλισμό κρατώντας σφιχτά το άλλο του χέρι.
«Εξαιρετικά!» αναφώνησε ο χορευτής. «Είστε πολύ καλή, αλλά μπορείτε να γίνετε χειρότερη.»
Συνέχισαν να χορεύουν και πότε ο χορευτής της παρήγγελλε να παραπατήσει, να στραβοπατήσει, ακόμα και να τον πατήσει.
«Τα πάτε πολύ καλά.» παρατήρησε και συνέχισε εξηγώντας τι ήταν ο χορός που χόρευαν, ενώ χόρευαν σε κύκλους.
«Ο χορός αυτός λέγεται ο χορός των άχαρων ερωτευμένων. Παρατηρήσατε όλη αυτή την ώρα που κινούμαστε κυκλικά;». Η κοπέλα έγνεψε θετικά.
«Έτσι ακριβώς θα χορέψουμε και το βράδυ μπροστά στη βασίλισσα, στη μεγάλη αίθουσα των χορών. Θα χορεύουμε εξήντα τέσσερα ζευγάρια ταυτόχρονα. Κάθε τετράγωνο έχει περίπου τέτοιο μέγεθος.» είπε και έδειξε την διάμετρο του νοητού κύκλου μέσα στον οποίο χόρευαν τόση ώρα. «Στο κέντρο κάθε τετραγώνου είναι ζωγραφισμένη μία καρδιά. Ο σκοπός του χορού είναι χορεύουμε σε αυτή. Εμείς θα χορεύουμε στο Γ4.»
«Μα τόση ώρα, ελάχιστα έχουμε σταθεί στο κέντρο!» παρατήρησε παραξενευμένη η κοπέλα.
Ο καβαλιέρος της έκανε μία πολύ απότομη κίνηση και εκείνη παραπάτησε τόσο που κόντεψε να πέσει. Την κρατούσε καλά όμως και δεν την άφησε. «Ξεχνάτε ότι δεν πρέπει να χορέψουμε καλά απόψε;» της θύμισε. «Ότι κινδυνεύουν τα κεφάλια μας.» είπε και η φωνή του έγινε κάπως φοβιστική.
«Εξάλλου ο χορός λέγεται χορός των άχαρων ερωτευμένων. Ελάτε να σας δείξω.» συνέχισε πιο γλυκά. «Τι θέλουν οι ερωτευμένοι; Να βρίσκονται μέσα στην καρδιά ο ένας του άλλου. Ας πούμε ότι είστε ερωτευμένοι μαζί μου. Κάνετε ένα δύο βήματα μπροστά για μπούμε μέσα στη καρδιά.» σχεδόν την διέταξε.
Η κοπέλα υπάκουσε στις οδηγίες του δασκάλου της και περπάτησε ένα δύο χορευτικά βήματα. Ο χορευτής υπάκουσε στην χορευτική έφοδο της. Οι δυο τους βρέθηκαν μέσα στον κύκλο. Δεν ξέχασαν να συμπληρώσουν με μία άτσαλη φιγούρα την κίνηση τους.
«Εξαιρετικά!» αναφώνησε ο χορευτής. «Μα ο έρωτας σας είναι σφοδρός. Και εγώ δεν τον περίμενα. Ξαφνιάστηκα κάπως. Έτσι και εγώ υποχωρώ παραπάνω από όσο έπρεπε.» είπε ο χορευτής και έκανε μερικά βήματα πιο πίσω, τραβώντας και τους δύο έξω από τον κύκλο. «Έτσι κάνουν οι ερωτευμένοι.» συμπλήρωσε και συνέχισαν να χορεύουν κυκλικά κινούμενοι, γύρω από την υποτιθέμενη καρδιά.
«Όμως και εγώ είμαι ερωτευμένος μαζί σας. Και τώρα που μου έφυγε το πρώτο ξάφνιασμα, θέλω να μπούμε μέσα στην καρδιά. Απαντώ λοιπόν και κάνω δύο βήματα μπροστά.» είπε και οι δυο τους χόρεψαν προς το κέντρο. «Μα για να δειχτώ και εγώ αντάξιος των συναισθημάτων σας, και εγώ κινούμαι με τέτοια φόρα όπως εσείς που μας φέρνει πάλι έξω από τον κύκλο. Και ύστερα θα απαντήσετε και εσείς το ίδιο. Έτσι κάνουν οι άχαροι ερωτευμένοι.»
«Αυτό είναι ανόητο.» παρατήρησε η κοπέλα.
«Είναι. Και ακόμα οι άχαροι ερωτευμένοι αν ποτέ καταφέρουν και βρεθούν καμιά φορά μέσα στη καρδιά, αρέσκονται να δοκιμάζουν να βγουν με το ταίρι τους έξω από αυτό, για να δοκιμάσουν τον άλλο πόσο θα παλέψει να μείνουν εκεί, ή αν θα επιχειρήσει να ξαναμπούν μέσα. Και ακόμα αν βγουν έξω και αργήσει το ταίρι τους να αντιδράσει, προσπαθούν εκείνοι να ξαναμπούν μέσα μαζί στην καρδιά. Πολλά τέτοια κάνουν οι ερωτευμένοι και όλα αυτά τα αναπαριστά αυτός ο χορός.»
Οι δυο τους έμειναν λίγο σιωπηλοί εξασκούμενοι τις διάφορες κινήσεις και φιγούρες του χορού των άχαρων ερωτευμένων, πάντα φροντίζοντας να παραπατάνε, να σκοντάφτουν και να χάνουν τον ρυθμό.
«Είναι στα αλήθεια τόσο επικίνδυνος αυτός ο χορός;» έσπασε τη σιωπή ανάμεσα τους η κοπέλα με πραγματική απορία. Φαινόταν αρκετά παραξενευμένη και προβληματισμένη.
«Ναι. Πολλοί ερωτεύτηκαν στα αλήθεια χορεύοντας αυτόν τον χορό. Τόσο που ξεχάστηκαν και χόρεψαν όχι μόνο πάνω στην καρδιά, αλλά και χορεύοντας καλά. Η βασίλισσα δεν τους χαρίστηκε. Τους έκοψε το κεφάλι. Είναι πολύ ζηλιάρα.»
«Αναρωτιέμαι τι ζηλεύει περισσότερο.» είπε στωικά η κοπέλα. Ο χορευτής την ρώτησε αν φοβάται. Εκείνη απάντησε πως όχι και ανταπέδωσε την ερώτηση. Στο κάτω κάτω εκείνη θα χόρευε μπροστά στη βασίλισσα μόνο εκείνο το βράδυ, εκείνος ήταν ένας από τους σπουδαιότερος των άχαρων χορευτών της χώρας και χόρευε σχεδόν κάθε φορά. «Εσείς δεν ανησυχείτε για το κεφάλι σας.» ρώτησε τον καβαλιέρο της.
«Δεν βαριέστε. Θα το χάσω και εγώ κάποια μέρα. Για όλους έρχεται η ώρα. Είτε να πεθάνουμε, είτε να ερωτευτούμε.» είπε ο χορευτής μειλίχια. Ύστερα ξεροκατάπιε. Ένιωσε μία ενόχληση ανάμεσα στο κεφάλι και τους ώμους του. 

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

82. Οι γονδολιέρηδες των ονείρων.

Είναι, λένε, και ταξιδεύουν πάνω στα σύννεφα της νύχτας και κάτω από τα άστρα του ουράνιου θόλου οι γονδολιέρηδες των ονείρων.
Κάθε φορά που κοιμόμαστε, η ψυχή μας αφήνει το σώμα και την καρδιά μας και ανεβαίνει ψηλά στον νυχτερινό ουρανό. Εκεί οι γονδολιέρηδες των ονείρων απλώνουν το χέρι τους σε μία ψυχή και την βάζουν στη μακρόστενη βάρκα τους για να την ταξιδέψουν. Όπως οι γονδολιέρηδες στη Βενετία έχουν υπέροχη φωνή και τραγουδάνε. Τα τραγούδια τους είναι τα όνειρα που βλέπουμε όσο κοιμόμαστε και εκείνη βολτάρουν την ψυχή μας πάνω από τον κόσμο. Όσο πιο γλυκιά είναι η φωνή τους τόσο πιο όμορφο είναι και το όνειρο που βλέπουμε.
Σαν ξημερώσει και το μαύρο του ουρανού γλυκάνει στο γαλάζιο χρώμα της χαραυγής, οι ψυχές επιστρέφουν και οι γονδολιέρηδες φεύγουν. Ακολουθούν πάντα την νύχτα.
Ένα βράδυ, όχι πολύ παλιά, ένας γονδολιέρης τράβηξε στη βάρκα του την ψυχή μίας γυναίκας. Ήταν τόσο καλή που ο γονδολιέρης την ερωτεύτηκε. Εκείνη τη νύχτα είπε τα πιο όμορφα τραγούδια που ήξερε για να την εντυπωσιάσει και να την ευφράνει. Τραγούδησε με την πιο ωραία φωνή. Ακόμα και όσων οι ψυχές βολτάραν σε διπλανές γόνδολες είδαν όνειρα από τα δικά του τραγούδια, αφού και όλοι οι άλλοι γονδολιέρηδες σταμάτησαν να τραγουδούν για να τον ακούσουν. Μονάχα το φεγγάρι δεν απόρησε με το πόσο όμορφα τραγουδούσε. Ήταν το μόνο που μπορούσε να φανταστεί πόσο όμορφα μπορούσε να τραγουδήσει κάποιος από έρωτα, όταν τα τραγούδια του είναι όνειρα.
Λίγο πριν την αυγή ο γονδολιέρης κουρασμένος, σιώπησε και πλησίασε την καλή ψυχή που είχε πάρει στη βάρκα του. Έσκυψε να την φιλήσει μα δίστασε. Οι υπόλοιποι γονδολιέρηδες που είδαν την αυγή να έρχεται ξεκίνησαν να την ακολουθήσουν. Οι ψυχές που είχαν πάρει στη βάρκα τους μία σιγά μία γρήγορα επέστρεφαν στη γη. Το φεγγάρι άρχισε να χάνεται και αυτό. Ψιθύρισε λένε με παράπονο: «Πάντα η ίδια ιστορία». Η ψυχή που ερωτεύτηκε ο γονδολιέρης κατέβηκε και αυτή από τη βάρκα του. Μόνο ο γονδολιέρης δεν πήγε πουθενά. Δεν ακολούθησε την νύχτα. Έμεινε να περιμένει το επόμενο βράδυ να τραβήξει πάλι στην βάρκα του την ψυχή που ερωτεύτηκε και να της τραγουδήσει.
Λυπούμαστε που η ιστορία ίσως φανεί πως δεν έχει καλό τέλος, αλλά το επόμενο βράδυ η ψυχή εκείνης της γυναίκας δεν επέστρεψε στον ουρανό για να βολτάρει με τις γόνδολες των ονείρων. Τα όνειρα που είχε δει η γυναίκα ήταν τόσο όμορφα που η ψυχή της γυρνώντας βρήκε το δρόμο για τον παράδεισο και όχι για το σώμα της. Η γυναίκα δεν ξύπνησε ποτέ.
Ο γονδολιέρης συνεχίζει τώρα πια το ταξίδι του στη νύχτα θλιμμένος. Συνεχίζει να παίρνει ψυχές στη βάρκα του και να τις βολτάρει. Τα τραγούδια του είναι λυπημένα. Αν ποτέ κάποιος από τους αναγνώστες δει ένα όνειρο που θα τον κάνει να κλάψει μέσα στον ύπνο του, ένα όνειρο που θα κρύβει την ομορφιά και τον πόνο ενός έρωτα, ας ξέρει πως η ψυχή του πήγε βαρκάδα με τον γονδολιέρη της ιστορίας αυτής, και ας είναι τυχερός από εδώ και πέρα στον έρωτα.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

81. Τα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων.

Λένε, αυτοί που ξέρουν για εμάς όσα καλό είναι να μην ξέρουμε, πως υπήρχε η εποχή που τα δέντρα στο δάσος των Περιμυθιασμάτων ήταν όλα άνθρωποι. Περπατούσαν πάνω στο πράσινο γρασίδι της άνοιξης ή στο ξερό χορτάρι του καλοκαιριού, στο βρεγμένο χώμα του φθινοπώρου και στο χιόνι του χειμώνα. Αντάλλασσαν περιπάτους δίπλα στη λίμνη μιλώντας μεταξύ τους. Μοιράζονταν ότι σκέφτονταν και δεν υπήρχαν μυστικά μεταξύ τους. Όλες οι σκέψεις τους γίνονταν λόγια και κουβέντες.
Υπάρχουν πολλές εκδοχές για το τι έγινε και κάποτε έπαψαν να μιλάνε αβίαστα ο ένας με τον άλλο. Άρχισαν να φοβούνται τις παρεξηγήσεις. Ξεκίνησαν να δειλιάζουν να πουν αυτό που αισθάνονται. Βάλθηκαν να μετράνε τα λόγια τους και να κρατάνε τις σκέψεις τους για δικές τους. Η παρούσα αφήγηση κρατά κρυφή κάθε μία εκτός από μία, που είναι χρέος των αναγνωστών να την κρατήσουν κρυφή.
 Έχοντας πια τις σκέψεις τους κρυφές οι άνθρωποι, και αποφεύγοντα ο ένας τον άλλο, τα σώματα τους άρχισαν να γίνονται κορμοί και οι σκέψεις τους φύλλα. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βγουν από τα κεφάλια και τα στήθη τους. Γίνονταν σιγά σιγά δέντρα χωρίς να το θέλουν. Φοβήθηκαν. Ανησύχησαν πως θα χάσουν την ανθρώπινη φύση τους, και δεν την βρούνε ποτέ. Όσα όμως τους κρατούσαν σε απόσταση και επιφυλακτικούς απέναντι στους άλλους, φαίνεται ήταν ισχυρότερα από την ανησυχία τους αυτή. Ίσως πάλι ήταν λίγο το θάρρος τους και βαστούσε λίγο η καρδιά τους.
Κάποιοι πλανευτήκαν από το πρώτο ζώο που έφτασε στο δάσος των περιμυθιασμάτων, όταν το είδε να σχηματίζεται και αποφάσισε πως του αρέσει για σπίτι. Ήταν ένα ωδικό πτηνό του γένους serinus, του είδους serinus, του υποείδους serinus syriacu. Κελάηδησε με στίχους χαϊκού χίλια και δύο πράγματα στους ανθρώπους που γίνονταν δέντρα για να τους κάνει να μην συντρέξουν στη βοήθεια ο ένας του άλλου και σωθούν.
Έτσι και έγιναν δέντρα. Δέντρα που τα φύλλα τους είναι σκέψεις και ιδρώνουν κάθε τόσο ανάλογα με τον καιρό και όσα αυτός φέρνει. Οι δροσοσταλιές που σχηματίζονται πάνω στα φύλλα εξατμίζονται και συγκεντρώνονται πέρα στο βουνό των κορών και από εκεί ρέουν και γεμίζουν μαζί με άλλα νερά τη λίμνη των σκέψεων. Από τότε πολλά άλλα φυτά έχουν φυτρώσει στο δάσος, που έχουν τις δικές τους χάρες και κινδύνους. Αργότερα ήρθαν και ζώα να κατοίκησαν στο δάσος. Κάπου κάπου εμφανίζονται ανθρώπινα πλάσματα. Περνάνε για λίγο ή χάνονται μέσα σε αυτό.   
Ποτέ δεν θα μάθουμε τα πάντα για το δάσος των Περιμυθιασμάτων. Πώς θα μπορέσουμε άλλωστε αφου σχηματίστηκε από ανθρώπους που σταμάτησαν να μοιράζονται τις σκέψεις τους με τους γύρω τους, και έγιναν δέντρα; Σε όσους αρέσει να μαντεύουν τι θέλουν να πουν τα περιμυθιάσματα και οι ιστορίες αυτής της συλλογής, τους συμβουλεύουμε να προσπαθήσουν να μαντέψουν τι σκέφτονται και οι άνθρωποι κοντά τους. Ίσως και να είναι το ίδιο.
      Ίσως πάλι αύριο, ένα μετανοιωμένο ωδικό πτηνό του γένους serinus, του είδους serinus, του υποείδους serinus syriacu να τους τραγουδήσει σε στίχους χαϊκού ένα δυο πράγματα για να τους πείσει.