Μια φορά στα τόσα χρόνια, τα καλά πνεύματα είχανε
κέφια και είπαν να δώσουν σε ένα νεογέννητο μωρό, τη νύχτα που θα το μοίραιναν
οι μοίρες, ένα σπάνιο χάρισμα. Το χάρισμα να μιλά όμορφα και γλυκά στους
ανθρώπους, έτσι που αυτοί να χαίρονται και να παρηγορούνται με τα λόγια του. Θα
ήταν ρήτορας και παραμυθάς. Θα γέμιζε το νου και την καρδιά όσων τον άκουγαν με
ομορφιά και αισιοδοξία. Ο κόσμος θα ξεχνούσε τις έννοιες και ότι με άσχημο
τρόπο τον απασχολούσε. Αυτό θα ήταν ένα δώρο για όλο τον κόσμο. Τα καλά
πνεύματα είχαν πράγματι κέφια.
Πριν χαρούν όμως τα πνεύματα για το καλό που σχεδίαζαν
συννέφιασαν.
«Αυτό το χάρισμα θα είναι μεγάλη δύναμη.», είπαν
αναμετάξυ τους. Τι θα γινόταν αν τα κακά πνεύματα που ξέρουν καλά να γυρίζουν
το καλό σε κακό έδιναν στο μωρό ένα ελάττωμα ή μια κακία τέτοια που το δώρο
τους θα έβλαπτε τον κόσμο αντί να τον βοηθήσει;
«Μην ανησυχείτε.», είπαν τα κακά πνεύματα. «Το λαμπρό
σας δώρο δεν θα το μιάνουμε με κανένα ελάττωμα ή κακία που μπορούμε να δώσουμε.
Μάλιστα από τα δικά σας τα δώρα, προτέρημα θα διαλέξουμε και θα δωρίσουμε στο
βρέφος.»
Τα καλά πνεύματα δεν καθησύχασαν. Δεν πίστευαν καθόλου
στην μεγαλοκαρδία των άλλων πνευμάτων. Αναστατώθηκαν και μάλιστα πολύ. Υποψιάζονταν
άσχημη δουλειά, κακό στη συμφωνία.
«Γαληνέψτε καλά πνεύματα, σαν είναι δικό σας δώρο και
η γαλήνη. Εμείς για να σας ησυχάσουμε πιότερο, δίνουμε βαριά βαθιά βραδεία
υπόσχεση πως με κανέναν τρόπο το καλό που ετοιμάζετε για τους ανθρώπους δεν θα
το γυρίσουμε κακό να γίνει», είπαν τα κακά πνεύματα και δώσανε την υπόσχεση.
Μία τέτοια υπόσχεση δεν θα μπορούσαν να την σπάσουν κι αυτό το δίχως άλλο ηρέμησε
τα καλά πνεύματα. Έτσι και με το λοιπόν συμφώνησαν. Έδωσαν το δώρο της ομορφολαλιάς
και της γλυκομιλιάς στο παιδί και το ευλόγησαν με τον τρόπο τους να ευλογεί με
το δικό του τρόπο. Κι ύστερα, με τη σειρά τους τα κακά πνεύματα του έδωσαν την
ειλικρίνεια για δώρο, κρατώντας την υπόσχεση τους.
Η ειλικρίνεια έκανε το παιδί να μιλά την αλήθεια πιο
πολύ από ότι μιλούσε την ομορφιά ή την παρηγοριά. Την κολακεία, που με την
τέχνη της το χάρισμα του θα έλαμπε, δεν την μπορούσε. Τα κακά πνεύματα γύρισαν το
καλό χάρισμα των καλών σε χαράμι, μα όχι σε κακό και κανέναν δεν έβλαψαν έτσι.
Μονάχα ίσως λίγο το παιδί, γιατί κανείς δεν αγαπά την ειλικρίνεια όσο γλυκά και
αν λέγεται. Προτιμάει ο κόσμος την παρηγοριά να βαυκαλίζεται πως είναι τάχα
καλός, παρά την συνείδηση πως πρέπει να μοχθεί να γίνεται όλο και καλύτερος.
Καημένο παιδί. Μα πάλι, γιατί καημένο; Η ειλικρίνεια
που του έδωσαν τα κακά πνεύματα, θα του έδινε φιλίες δυνατές και αληθινές. Και
αν εκείνο λέει (με την περίσσια ειλικρίνεια του) πως του κάνανε το καλύτερο
δώρο, εμείς γιατί να το αμφισβητήσουμε;