Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

60. Οι Στρατηγοί του Βόροδη.


Σαν έφτασε φιρμάνι στον βασιλιά Βόροδη πώς οι λεγεώνες ξεκίνησαν να κατακτήσουν το βασίλειο του, διέταξε τους επτά στρατηγούς του σε πολεμικό συμβούλιο. Χωρίς πολλές κουβέντες οι στρατηγοί συμφώνησαν να στείλουν τον στρατηγό Σουρένα με την στρατιά του να υποδεχτεί τον εχθρό στα σύνορα της χώρας, κοντά στο μεγάλο ποταμό.

Ο Σουρένας επιδεικνύοντας ψυχραιμία και δυνατό στρατηγικό νου κατάφερε να κυκλώσει το αντίπαλο στράτευμα που υπερείχε πέντε φορές σε αριθμό από την στρατιά του και πέτυχε μία θριαμβευτική νίκη. Ο θρίαμβος του Σουρένας έφτασε από την μία άκρη της χώρας ως την άλλη. Σε τέσσερις μέρες έφτασε και στα αυτιά του βασιλιά.

Ο Βόροδης φοβούμενος πως μετά την νίκη του ο Σουρένας θα αποκτούσε μεγάλη εξουσία και φήμη και τέλος θα του έπαιρνε τον θρόνο, διέταξε να σκοτώσουν τον στρατηγό του. Βλέποντας το αυτό οι υπόλοιποι στρατηγοί ανήσυχοι συσκέφτηκαν μυστικά. Με τον πόλεμο μόλις να έχει αρχίσει ήξεραν πως δεν ήταν η ώρα να ανατρέψουν τον βασιλιά. Έπρεπε αλλιώς να προστατευτούν. Σαν λύση σκέφτηκαν πώς για να αποφύγουν τη μοίρα του Σουρένα έπρεπε να μην προκαλέσουν τον βασιλιά με τα ανδραγαθήματα τους στη μάχη. Έτσι εκείνος δεν θα φοβόταν πώς απειλούν την εξουσία του όπως ο Σουρένας και δεν θα διέταζε το θάνατο τους. Στις επόμενες μάχες όλοι τους συμφώνησαν να πράξουν κάτω των δυνατοτήτων τους. Πράγμα όχι και τόσο δύσκολο για κάποιον.

Έτσι, οι μάχες για την υπεράσπιση της χώρας χάνονταν όλες η μία μετά την άλλη. Σε κάποια από αυτές ο Άνατος, ένας από τους πιο ικανούς στρατηγούς, λίγο πριν η λόγχη ενός ελαφρού πεζού σκίσει το πέπλο της όρασης του, συνειδητοποίησε πόσο λανθασμένη ήταν η απόφαση που είχαν πάρει. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την σκέψη του, και έπεσε νεκρός μη μπορώντας να προειδοποιήσει τους άλλους για τη λάθος απόφαση τους.

Όλοι οι στρατηγοί του Βόροδη πέθαναν στη μάχη και τελευταία τους σκέψη ήταν πως παρότι έπραξαν έτσι ώστε να αποφύγουν την μοίρα του Σουρένα, θα την προτιμούσαν χίλιες φορές από τον δικό τους θάνατο. Έτσι ή αλλιώς κατέληγαν νεκροί. Νεκροί και ηττημένοι. Αντίθετα με τους ίδιους το όνομα του Σουρένα δεν θα ξεχνιόταν ποτέ.

Τα φαντάσματα των στρατηγών, λένε, στοιχειώθηκαν από την αδικία του κόσμου αυτού, οι άξιοι να φοβούνται τους ανάξιους της εξουσίας. Στον μεταθανάτιο βίο τους οι οι ψυχές τους έμεναν ταραγμένες από τον άδικο τέλος της ζωής τους που είχε αδικηθεί τόσο από τους ίδιους όσους και από άλλους. Δεν πήρε καιρό όμως πριν γαληνεύσουν, αφού δεν άργησε το βασίλειο, όπως ήταν φυσικό μετά από αλλεπάλληλες ήττες στα πεδία των μαχών, να κυριευτεί από τον εχθρό. Ο Βόροδης έτσι (και όχι αλλιώς) έχασε το θρόνο του και την ζωή του.

Ας είναι ευλογημένος ο κόσμος αυτός για την δικαιοσύνη με την οποία αντιμετωπίζει τους ανάξιους.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

59. Τα σκαθάρια της Σιάμ


Κάποτε σε κάποια πόλη που χτίστηκε σε μια χερσόνησο κοντά στα σύνορα της γης του κόσμου των ονείρων, αλλά για κάποιο λόγο ερήμωσε και ξεχάστηκε, υπήρχαν οι έμποροι των ονείρων. Οι άνθρωποι αυτοί, που αργότερα κατηγορήθηκαν για ανείπωτη ανηθικότητα, πουλούσαν όνειρα στους ανθρώπους. Κάποιοι από αυτούς πουλούσαν και εφιάλτες χρησιμοποιώντας τα σκαθάρια της Σιάμ.

Αυτά τα έντομα από τον κόσμο των ονείρων, μαύρα σαν το έρεβος και με σκληρές αρθρώσεις σαν δόντια που τρίζουν, έρχονται και χώνονται στα σκεπάσματα όσων κοιμούνται την στιγμή που ονειρεύονται. Αφού περπατήσουν σε όλο το σώμα με τρόπο που είναι σαν να μετράνε την μάζα του καταλήγουν στο λαιμό ή στον ώμο. Εκεί τσιμπάνε τον ονειρευόμενο. Το τσίμπημα είναι τόσο δυνατό που ο ονειρευόμενος ξυπνάει. Ένα κόκκινο σημάδι μένει στο δέρμα του σαν έκζεμα, και μια αναστάτωση μένει μέσα του σαν ταραχή προμήνυας.

Η συνέχεια του ύπνου είναι άσχημη και ανήσυχη, συνοδευόμενοι από σύντομες εικόνες σαν κοφτούς εφιάλτες. Κάθε τέτοια εικόνα γίνεται ένα νέο σκαθάρι της Σιάμ λένε, και το πλάσμα αυτό απαλλάσσεται από κάθε κακοβουλία για τις πράξεις του μιας και ότι κάνει το κάνει για να αναπαραχθεί.

Όταν το εμπόριο των ονείρων καταργήθηκε με την βία, όσοι εμπορεύονταν εφιάλτες είχαν την ίδια τύχη με τους εμπόρους των ονείρων. Οι πράξεις τους αν και διαφορετικές ζυγίστηκαν το ίδιο. Από κάποιους θεωρήθηκαν ελαφρύτερες. Οι βαρύτερες τιμωρίες αποδόθηκαν σε αυτούς που καλλιεργούσαν σε υπόγειες πέτρινες αίθουσες με άνετα και μαλακά κρεβάτια τα σκαθάρια της Σιάμ και τα έδιναν στο εμπόριο.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

58. "Οι κόκκινες Πορφύρες"

    Μια μέρα οι αφεντάδες συναντήθηκαν όλοι στο ποτάμι. Ο καθένας είναι από μαζί του από δύο σκλάβους για να του πλύνουν και να του κουβαλήσουν τα πλουμιστά του ρούχα.

    Γυμνοί στάθηκαν κάτω από τις μυρτιές και άρχισαν να συζητούν, ενώ οι σκλάβοι τους μούσκευαν και έτριβαν τα ρούχα των αφεντών τους. Κεντρικό θέμα συζήτησης ήταν η όλο και πιο συχνή ανυπακοή των υπηκόων τους που παρά τον βούρδουλα, την πείνα και την αγχόνη δεν το έπαιρναν απόφαση να συνετιστούν. Ο λόγος που είχαν βρεθεί όλοι στο ποτάμι άλλωστε ήταν γιατί όλα τους τα ρούχα είχαν λερωθεί από τομάτες και λοιπά οπωροκηπευτικά που τους είχαν πετάξει ενώ έβγαιναν στο δρόμο.

    «Ανυπόφορο!» ξεστόμισε με κατακριτικό ύφος μία πλαδαρή ηλικιωμένη που ο άντρας της εμπορευόταν αλάτι και πιπέρι.

    Ξαφνικά κάποια άλλη, που κατείχε τεσσαράκοντα εκτάρια γης, σηκώθηκε από την πέτρα που καθόταν. Στάθηκε όρθια, με το ένα χέρι να καλύπτει το γυμνό της στήθος και με το άλλος να πιάνει το μάγουλο της, και κοιτάζοντας τους υπόλοιπους αφεντάδες μοιράστηκε την διαπίστωση της. Όλοι τους εκεί!

    «Αλίμονο!» αναφώνησε κάποιος και η στρογγυλή του κοιλιά ταράχτηκε. Όλοι έκαναν την ίδια σκέψη με εκείνη. Ποιος ήταν στην πόλη να φυλάει την αρχοντιά τους;

    «Τι κι αν ενώ είμαστε όλοι μαζεμένοι εδώ, αυτοί επαναστατήσουν και χάσουμε όσα με κόπο κατέκτησαν οι παππούδες μας και με περισσή γενναιοδωρία μας τα κληροδότησαν;»

    «Ηρεμήστε.» αποκρίθηκε κάποιος πιο ψύχραιμος και πονηρός «Αν είναι να το επαναστατήσουν τελικά, δεν θα το κάνουν όσο είμαστε στο ποτάμι, εκτεθειμένοι από όλες τις απόψεις. Το θέμα είναι να τους ξεγελάσουμε.» 

    Έκατσαν τότε όλοι και σκαρφίστηκαν την εξής πανουργία. Αποφάσισαν να δώσουν την ελευθερία σε όλους τους σκλάβους τους και να αρχίζουν να τους πληρώνουν για τις δουλειές τους. Θα φρόντιζαν βέβαια όλα τα χρήματα που θα τους έδιναν να τα παίρνουν πίσω, πουλώντας τους τρόφιμα και πράγματα, νοικιάζοντας τους τα χαμόσπιτα που έμεναν, και βάζοντας τους να πληρώνουν φόρους πως σαν σκλάβοι πια δεν πλήρωναν. Τίποτα για τους αφέντες δεν θα άλλαζε. Μονάχα οι σκλάβοι πια δεν θα ήταν χρεωμένοι στα οικόσημα τους με τις ζωές τους, αλλά με τα χρήματα τους.

    Μόνο ένα σφάλμα είχε το τέλειο σχέδιο των αφεντάδων. Όλα αυτά τα είχαν συζητήσει μπροστά στους σκλάβους ενώ τους έπλεναν τα ρούχα. Γυμνοί άρπαξαν τα όπλα τους και ξεχύθηκαν στο ποτάμι. Το νερό έγινε κόκκινο.

    Ύστερα οι αφεντάδες φορώντας κόκκινες πορφύρες γύρισαν πίσω και ανακοίνωσαν με περισσή γενναιοδωρία πώς χαρίζουν σε όλους την ελευθερία τους.