Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

78. Το τέλος του εκβιαστή του λιμανιού του Πρικ-γουέστ.

Στα δυτικά των μεσαίων Αντιλλών στο λιμάνι του Πρικ-γουέστ λέγεται πως δεν μπορούσε εύκολα καπετάνιος να βρει πλήρωμα για να ανοίξει πανιά. Ακόμα και αν έδενε με πλήρωμα πιστό και ανδρειωμένο ο λόγος του γερο-Μπράμαν ήταν ικανός να το σκορπίσει, αφού η πρόβλεψη του μάντη για το σκαρί φοβέριζε τον κάθε ναυτικό να μπαρκάρει.
  Η πρόβλεψη του Μπράμαν ήταν πάντα η ίδια.
«Από τις περιπέτειες αυτού του ταξιδιού ένας θα ζήσει να έρθει να μας πει τους φοβερούς κινδύνους που μέλλει να αναδύσει η θάλασσα για αυτό το καράβι».
Ύπουλα διάλεγε να ξεστομίζει τα λόγια αυτά δήθεν σαν ευχή. Μα όλοι ήξεραν τι αυτή σήμαινε, ειδικά οι καπεταναίοι. Δεν υπήρχε καπετάνιος που καπετάνευε για πάνω από χρόνο στα νερά της Καραϊβικής, και που δεν του είχε φυράνει το μυαλό το πιοτί, που να μην ήξερε το κάλπικο κόλπο του μάντη. Ο γερο-Μπράμαν πριν δώσει την πρόβλεψη του φαρδιά πλατιά μπροστά σε όλους στο λιμάνι μέρα μεσημέρι, το προηγούμενο βράδυ θα ζητούσε μερίδιο από το κάργκο του πλοίου. Αν ο καπετάνιος πλήρωνε, ο Μπράμαν δεν θα προέβλεπε τίποτα, ούτε για το πλοίο του καπετάνιου που τον πλήρωσε ούτε για κανένα άλλο στο λιμάνι. Με αυτή την τακτική ο Μπράμαν εξασφάλιζε πως ακόμα και αν βρισκόταν ένας καπετάνιος να αψηφήσει τον χρησμό του, δεν θα βρισκόταν κανείς να αψηφήσει όλους τους άλλους καπεταναίους που θα τον κοίταζαν με κακό μάτι. Τέσσερις φορές είχε κάνει όλα τα πλεούμενα στο Πρικ-γουέστ να κρατήσουν δεμένο κάβο για μέρες. Την τελευταία είχε κρατήσει το λιμάνι χωρίς σφύριγμα αποχαιρετισμού για τέσσερις εβδομάδες.
Κανένας ναυτικός δεν ήθελε να ταξιδέψει με ένα σκαρί όταν για αυτό είχε μιλήσει ο γερο-Μπράμαν. Κι όταν κανείς το αποφάσιζε, δεχόταν να το κάνει μόνο αν θα ήταν λίγοι στο πλήρωμα. Έτσι πίστευε πως θα είχε περισσότερες πιθανότητες για να ζήσει. Τα «σημαδεμένα» καράβια του Πρικ-γουέστ, όπως τα έλεγαν, έφευγαν έτσι με πλήρωμα λειψό και πιο εύκολα συναντούσαν την κακιά μοίρα που είχε δει για αυτά ο Μπράμαν. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που φοβισμένοι κάποιοι σκότωναν όλο το υπόλοιπο πλήρωμα οι ίδιοι - ακόμα και μία ώρα πριν πιάσουν λιμάνι - για να εξασφαλίσουν ότι εκείνοι θα ήταν ο ένας που θα επέστρεφε ζωντανός. Όταν συνέβαινε να χαθεί όλο το πλήρωμα, ο γερο-Μπράμαν διέδιδε μαρτυρίες πως κάποιος είχε επιζήσει και τον είχαν δει σε άλλο λιμάνι να λέει πόσο δίκιο είχε ο μάντης του Πρικ-γουέστ. Έτσι η φήμη του γερο-Μπράμαν έμενε αδιαμφισβήτητη και δυνάμωνε. Κανείς δεν ρίσκαρε να ταξιδέψει με καράβι που είχε σημαδέψει.
Ο γερο-Μπράμαν πλούτισε με τους εκβιασμούς του, και κατάφερε να φτάσει ως τα εξήντα οκτώ του. Έζησε άνετα στο Πρικ-γουέστ. Κάθε βράδυ για εκείνον ήταν το βράδυ ενός ναυτικού που γιόρταζε που έπιανε λιμάνι μετά από καιρό με τα αμπάρια του γεμάτα κέρδη. Ποτέ του όμως δεν ευχαριστήθηκε τα πλούτη του στο έπακρο. Προσπαθώντας να πείσει σαν μάντης δεν έμεινε ποτέ σε έπαυλη, δεν ντύθηκε ποτέ ακριβά, δεν έκανε ποτέ παρέα με ανθρώπους της καλής κοινωνίας. Ίσως αν το έκανε, να κατάφερνε να ζήσει παραπάνω από τα εξήντα οκτώ. Γιατί σε μια βεγγέρα αριστοκρατών σε μία έπαυλη με κήπο και βιολιά που έπαιζαν το σεληνόφως, κάποιοι μεγαλέμποροι έψαχναν να κάνουν περικοπές για να αυξήσουν τα κέρδη τους. Αποφάσισαν να περικόψουν την καρωτίδα του εκβιαστή του Πρικ-γουέστ.

Κανένας στις Αντίλλες δεν παραπονέθηκε.