Κάποτε ένας θαρραλέος και ένας δειλός
συζητούσαν για μία από τις διακόσιες και μία αλήθειες. Την αλήθεια πως τη Μοίρα
μπορεί να την αλλάξουν μόνο οι θαρραλέοι και οι δειλοί. Γρήγορα κατέληξαν να διαφωνούν
για το ποιος από τους δύο είναι πιο ισχυρός απέναντι της.
Ο θαρραλέος ισχυριζόταν πως ο
δυναμισμός, η μαχητικότητα και η δράση που πηγάζουν από το θάρρος του είναι
σαφώς εκείνα που τον κάνουν ισχυρότερο στο να μπορεί να αλλάζει το τι έχει
γραφεί. Από την άλλη ο δειλός υποστήριζε πως η αναλγησία, η αδράνεια και η φοβισμένη
άρνηση του προερχόμενες από τη δειλία του είναι εκείνα που αναχαιτίζουν όσα
ορμητικά η μοίρα έχει προετοιμάσει να έρθουν.
Στη διαφωνία τους επενέβη ξαφνικά ένας επίμονος. Δήλωσε απερίφραστα και στους δύο πως αυτό που αλλάζει τελικά
τα όσα η Μοίρα έχει προετοιμάσει είναι η επιμονή. Η αδιαλλαξία να μην τα δεχτεί
κανείς. Τέλος στα λίγα του λόγια πρόσθεσε με ποιητική διάθεση τη παρακάτω
φράση:
«Πώς μπορείς να τα βάλεις με
εκείνη που δεν την αγγίζει ο χρόνος, χωρίς να έχεις κάποια αντίστοιχη
συμπεριφορά απέναντι σε αυτόν και ο ίδιος.»
Ο θαρραλέος και ο δειλός άκουσαν
καλά τα λόγια του επίμονου, και φάνηκε σαν να δέχτηκαν σωστά τα όσα είπε. Έτσι, συνέχισαν
με μεγάλη επιμονή να υπερασπίζονται τη θέση τους και να επιχειρηματολογούν πάνω
στην αξία τους.
Η συζήτηση τους δεν σταμάτησε
ποτέ. Συνέχισαν να μιλάνε και να μιλάνε. Κανείς δε βρέθηκε να έχει δίκιο. Και αυτό, γιατί και οι δύο απασχολούμενοι με τη μεταξύ τους λογομαχία έμειναν άπραγοι. Κανείς τους δεν πήγε να
αλλάξει το τι η Μοίρα είχε κανονίσει.
Υποψιαζόμαστε πως ήταν μία
συζήτηση.