Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

65. Η λάθος σειρά των λογικών.

Μια φορά και έναν καιρό σε έναν κόσμο πολύ κοινό με αυτόν που γνωρίζουμε και ζούμε υπήρξε ένας άνθρωπος λογικός. Αναγνώριζε με τον νου του το αληθινό και το ψεύτικο μέρος όσων άκουγε, διέκρινε το ωφέλιμο και το επιζήμιο των πράξεων και των γεγονότων και το έκρινε με την ηθική, κατανοούσε το καλό και το κακό των σκοπών και έτσι ζύγιζε το δίκαιο και το άδικο. Τον χαρακτήριζαν οι αρετές του Αριστοτέλη και του Θεού και είχε κάθε προσόν για να είναι ευτυχισμένος. Όπως και ήταν, και εμείς χαιρόμαστε για αυτό.
Παρά την ευτυχία του όμως υπήρχε κάτι που τον βασάνιζε και δεν τον άφηνε να απολαύσει την ευτυχία εφήσυχος και εφησυχασμένος. Οι άνθρωποι τριγύρω του ήταν παράλογοι. Αναγνώριζαν την αλήθεια στο ψέμα άλλοτε επειδή ήταν όμορφο και άλλοτε επειδή τους τρόμαζε, ενώ απέρριπταν την αλήθεια σαν ψέμα από συνήθεια ή ανάλογα με τις διαθέσεις τους. Στο μυαλό τους είχαν συγκεχυμένα το καλό με το καλό το δικό τους, και δεν τα διαχώριζαν αντί να τα έχουν σαν ένα, με τρόπο τέτοιο που έκριναν και έπρατταν λάθος. Ομοίως κτητικοί ήταν και με το δίκιο. Άλλοτε ήταν δικό τους και ήταν πολύ βαρύ και ιερό και άλλοτε ήταν των άλλων και τους ήταν αδιάφορο.
Ο λογικός άνθρωπος δεν άντεχε στην ιδέα ενός παράλογου κόσμου. Κάπως έπρεπε να αποδείξει στον εαυτό του πως ο κόσμος δεν ήταν παράλογος. Ότι τον διέπε κάποια λογική. Και μα τον Αριστοτέλη προσπάθησε να την βρει. Προσπάθησε αν δικαιολογήσει όλα τα παράλογα γύρω του, αλλά και όλα τα παράλογα των γύρω του. Όπως και το κατάφερε. Έγινε παράλογος όπως όλοι οι άλλοι, και εμείς λυπόμαστε για αυτόν.
Λυπόμαστε ακόμα πιο πολύ γιατί λίγο καιρό αργότερα συνέβη να εμφανιστεί ένας ακόμα λογικός άνθρωπος. Και εκείνος όπως ο προηγούμενος δεν άντεχε να περιβάλλεται από παραλογία. Ούτε μία στιγμή όμως δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει το οτιδήποτε εναντιωνόταν στην λογική. Η δική του μέθοδος ήταν ο θάνατος του παράλογου. Έτσι ο πρώτος λογικός της σύντομης ιστορίας μας, όντας παράλογος, σκοτώθηκε από τον επόμενο, κι εμείς λέμε πως ήταν κρίμα.
Είναι κρίμα γιατί ο λογικός που επέλεξε τη θανάτωση του παράλογου εμφανίστηκε πριν τον λογικό εκείνον που θα ερχόταν που με υπομονή θα δίδασκε την λογική στους παράλογους.
Μένουμε έτσι με το δίδαγμα να βάζουμε πάντα την λογική μας σε σωστή σειρά.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

64.Ένα χριστουγεννιάτικο «outdoor installation» που εξελίχθηκε κάπως καλύτερα.

Μια φορά και τούτον τον καιρό, μέρες γιορτινές, των Χριστουγέννων εορτές, ένας αναγνωρισμένος εικαστικών που από καιρό ζούσε στην Νέα Υόρκη βάλθηκε να στήσει ένα «outdoor installation» σε όλη την πόλη. Η ιδέα του ήταν η παρακάτω.
Ήθελε να ντύσει όλους τους άστεγους και ζητιάνους της πόλης με ρούχα ακριβά και γιορτινά, όπως αυτά που θα φορούσαν οι πλούσιοι στα διάφορα ρεβεγιόν και τις δεξιώσεις. Σκοπός του ήταν να θίξει το θέμα της φτώχειας και της ανέχειας. Η ενδυματολογική εξίσωση της πλέον κατώτερης τάξης με εκείνης που λέγεται ανώτερη, θα συμβόλιζε την πραγματική εξίσωση πώς όλοι είναι άνθρωποι. Αυτό θα ήταν το σχόλιο του για την αδικία και την υποκρισία των ημερών.
Ο καλλιτέχνης της χριστουγεννιάτικης αυτής ιστορίας, ξόδεψε πολλά χρήματα (δικά του, φίλων του, του δήμου του μεγάλου μήλου, και διάφορων άλλων πρόθυμων χορηγών με γεμάτα πορτοφόλια) και αγόρασε επώνυμα και ακριβά ρούχα, τα οποία και μοιράστηκαν με εντολή του στους επαίτες της πόλης. Σε μερικούς, παρουσία τηλεοπτικής κάλυψης, τα μοίρασε ο ίδιος.
Ενημέρωσε όλα τα μέσα - δικτυακά και παλαιότερα- για το εγχείρημα του και όταν έκλεισαν κάμερες και μικρόφωνα, και έμεινε μόνος με το εγώ του, ευχαριστήθηκε πολύ για την προβολή της ιδέας του, σίγουρος πως είχε πετύχει ότι είχε σχεδιάσει. Κοιμήθηκε ικανοποιημένος.
Όπως συμβαίνει όμως συνήθως η μέρα φέρνει άλλα από ότι η νύχτα πριν τον ύπνο υπόσχεται. Οι φτωχοί της πόλης είχαν άλλα σχέδια. Πεινούσαν και κρύωναν. Πρώτα πεινούσαν και μετά κρύωναν. Τα ακριβά ρούχα που τους είχαν δοθεί τους ζέσταιναν και αυτό ήταν κάτι. Πώς όμως μπορούσαν να τους χορτάσουν; Μονάχα αν τα αντάλλασσαν με φτηνά ρούχα και χρήματα θα χόρταιναν. Μιας και τα φτηνά ρούχα ζεσταίνουν το ίδιο με τα ακριβά - ίσως και περισσότερο - ήξεραν τι να κάνουν.
Εκείνες τις Χριστουγεννιάτικες μέρες, και μέχρι και τις πρώτες μέρες του νέου χρόνου οι φτωχοί της Νέας Υόρκης ήταν ντυμένοι ζεστά και με γεμάτα στομάχια, έστω και αν γυρνούσαν από εδώ και από εκεί στους κρύους δρόμους της πόλης. Πολλοί μόνοι και άλλοι πολύ μόνοι.
Τα ακριβά ρούχα είχαν πουληθεί από τους άστεγους σε μαγαζιά που ήξεραν τι να τα κάνουν. Τα έσπρωξαν σε μία εμπορική διαδρομή που μόνο οι έμποροι αυτού του είδους ξέρουν την αρχή της, και έτσι τα ρούχα έφτασαν στις γκαρνταρόμπες των διάφορων πλούσιων ρεβεγιόν και δεξιώσεων.
Οι πλούσιοι ήταν ντυμένοι μετά ρούχα των φτωχών!

«Τι επιτυχία!» λέμε εμείς που ξέρουμε όλη την ιστορία.
Και μακάρι να την ήξερε και ο καλλιτέχνης, που ευθύνεται για αυτό το εμπνευσμένο «outdoor installation», που κατέληξε ακόμα πιο επιτυχημένο από ότι το είχε σχεδιάσει.
Ο ίδιος όμως είχε μείνει με την εντύπωση πως είχε αποτύχει. Σε όλη τη διαδρομή από το σπίτι του μέχρι την αίθουσα δεξιώσεων του ξενοδοχείου που ήταν καλεσμένος, δεν είχε δει ούτε έναν άστεγο με ρούχα το ίδιο καλά σαν τα δικά του. Ήταν απογοητευμένος.
Μακάρι να ήξερε τι είχε συμβεί, όταν έδινε το μπλε του μοντγκόμερι στην υπάλληλο της γκαρνταρόμπας στην είσοδο. Το ίδιο εκείνο μοντγκόμερι που τον είχαν φωτογραφίσει να δίνει σε εκείνον τον φαλακρό γέρο με τα λιγδιασμένα μούσια που διασχίζει καθημερινά την Allen Street από το πρώτο νούμερο μέχρι το τελευταίο και πάλι πίσω. Μόνο και μόνο γιατί δεν έχει κάτι άλλο να κάνει ή κάπου αλλού να πάει. Δεν το αναγνώρισε όταν το αγόρασε μερικές μέρες μετά από ένα μαγαζί σε κεντρική οδό. Ούτε αυτό ούτε τα υπόλοιπα ρούχα του.
Αν ήξερε ίσως αισθανόταν καλύτερα. Ίσως πάλι να αισθανόταν ηλίθιος. Ίσως ακόμα να μην του ήταν αρκετό αν οι υπόλοιποι δεν ήξεραν.
Αυτή είναι η καλή χριστουγεννιάτικη πράξη του αφηγητή για φέτος. Να μαθευτεί αυτή η ιστορία.