Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

63. Υπέρ Ανάστασης νεκρών.

     Στο βασίλειο των ζωντανών αποτελεί νομοτέλεια οι πιο αδικημένοι να είναι οι νεκροί. Είναι καταδικασμένοι στο θάνατο, τον ανούσιο. Ζηλεύουν την ουσία της ζωής, και φθονούν τους ζωντανούς για τις ανάσες τους.
     Η παρακάτω ιστορία έχει συμβεί, θα συμβεί, και ίσως συμβαίνει και τώρα. Όμως πιστοί στον Κύριο χρόνο των αφηγήσεων και λάτρεις της αισιοδοξίας θα την αποδώσουμε σαν να έχει μονάχα συμβεί μία φορά.
   
     Κάποτε ήρθε ο καιρός που οι νεκροί πλήθυναν. Η φύση φρόντισε για αυτό. οι άνθρωποι βοήθησαν να συμβεί. Η ανυπόφορη αλήθεια αποκάλυψε την πραγματικότητα σε νεκρούς που ως τότε νόμιζαν πως ήταν ζωντανοί. Και διάφορα ψέματα κάθε λογιών, έπεισαν δυσαρεστημένους ζωντανούς για την αψυχιά τους.
     Ο αριθμός των νεκρών είχε αυξηθεί επικίνδυνα.
     «Τι στρατός!» σκέφτηκε κάποιος.
     Ένας τέτοιος στρατός θα μπορούσε να τον κάνει βασιλιά. Κι ήταν αυτές του οι σκέψεις, που δεν έμειναν άπρακτες και ανυποστήρικτες, που έβαλαν σε κίνηση ένα πανάρχαιο ξόρκι.
     Ο Κάποιος έγινε βασιλιάς. Κυβερνών των ζωντανών και των νεκρών. Αν ήταν καλός ή κακός αυτό το ξέρουμε, μα είναι νωρίς για να το νιώσουμε. Θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει σαν δίκαιο βασιλιά, καθώς κυβερνούσε ως ίσους τους ζωντανούς, με τους ως τότε αδικημένους νεκρούς.
     Τέτοιων ειδών εξισώσεις βέβαια γίνονται προς τα κάτω. Έτσι ούτε οι ζωντανοί ήσανταν ευχαριστημένοι, ούτε οι νεκρού βρέθηκαν να χαίρονται. Αλλιώς τα είχαν ονειρευτεί σαν πέθαιναν δεύτερη φορά, και τρίτη, και τέταρτη μερικοί, για να ανεβάσουν στο θρόνο του βασιλείου εκείνο τον Κάποιο.
     Κακός δυνάστης ήταν λοιπόν για όλους. Δεν πέρασε πολλής καιρός κι άρχισαν τα στόματα να μιλάνε για επαναστάσεις, και χέρια έφτιαχναν ρολόγια που μετρούσαν αντίστροφα το χρόνο του.
     Κάθε χτύπος καθενός ρολογιού μετρούσε και άλλο λεπτό προς την δικαιοσύνη. Όχι το ίδιο με τα άλλα. Ήταν μία αντίστροφη μέτρηση αθροιστική και όχι παράλληλη. «Ζητούνται και άλλα ρολόγια», γραφόταν στους τοίχους τα βράδια.
     Αργά - πάντα αργά – ο χρόνος του Κάποιου τελείωσε. Τα ρολόγια την ώρα την είχαν μετρήσει κι είχε φτάσει.
     Η ώρα οι ζωντανοί να ζήσουν.
     Η ώρα οι ξεγελασμένοι να ελπίσουν την όμορφη αλήθεια, πως ήταν και είναι ακόμη ζωντανοί.
     Μα οι νεκροί; Τι ώρα ήταν εκείνη για τους νεκρούς; Θα γύριζαν σάμπως στους τάφους τους; Ή μήπως θα επέστρεφαν στο ψέμα πως είναι τάχα ζωντανοί; Καταδικασμένοι να ζήσουν μονάχα την αποκάλυψη της ανυπόφορης αλήθειας πως είναι νεκροί, και τίποτα άλλο.
     Ένα πανάρχαιο ξόρκι κινούταν για αυτούς και η ώρα του ήταν εκείνη.
     Όσοι από τους νεκρούς κατάλαβαν τις προδομένες, από την αρχή, υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί επήραν το σώμα του έκπτωτου βασιλιά και το έφαγαν σαν να ήταν θεία κοινωνία. Αυτό τους ζωντάνεψε.
     Έτσι οι νεκροί λιγόστεψαν κι η ιστορία τελειώνει.

     Το ξόρκι αυτό υπάρχει και θα υπάρχει. Μα είναι καλύτερα, λένε οι γραφές, οι ζωντανοί να φροντίζουν να μην γεννάνε νεκρούς.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

62. Η πρώτη συμφωνία της Τίχτα (ή πώς κατοικήθηκε).

     Περιοχή της Τίχτα ήταν από πάντα ένας τόπος άγονος και αφιλόξενος. Συναντώντας την περιοχή αυτή κάποιος, του κάνει εντύπωση πως είναι κατοικημενοι, και μάλιστα εδώ και αιώνες. Η έκπληξη του μεγαλώνει περισσότερο όταν μαθαίνει πως κάποτε υπήρξε μία έντονη διαμάχη μεταξύ δύο νομαδικών φυλών για να το ποια από τις δύο θα κατοικούσε εκεί.
     Οι δύο νομαδικές ομάδες έφτασαν στην Τίχτα την ίδια μέρα, η μία από την ανατολή και η άλλη από την δύση. Λένε μάλιστα πως καθώς και οι δύο φυλές ανήκαν στο ίδιο έθνος και έμοιαζαν πολύ στα χαρακτηριστικά και τις φορεσιές τους. Τόσο που στην αρχή νόμιζαν πως στον ορίζοντα τους υπήρχε ένας μεγάλος καθρέφτης έργο του θεού εκείνου που στο μέλλον οι απόγονοι τους θα αναγνώριζαν στο όνομα του Αλλάχ.
     Όσο πλησίαζαν όμως οι από εδώ τους από εκεί, άρχισαν να καταλαβαίνουν πως μπροστά τους δεν βρισκόταν ο καθρέφτης που είχαν πιστέψει και οι φιγούρες που μεγάλωναν καθώς πλησίαζαν δεν ήταν, όπως είχαν νομίσει τα γυάλινα είδωλα των σωμάτων τους, αλλά κάποια σάρκινα είδωλα κάποιου άλλου καθρέφτη. Τα μάτια τους και ο νους τους έβλεπαν ξένους.
     Ο ουρανός ξεγελάστηκε για μια στιγμή και νόμιζε πως στα χέρια των ανδρών άστραψαν από το φως του ήλιου καθρέφτες. Και εκείνος καθώς πλησίασε να κοιτάξει καλύτερα, κάνοντας τον παράδεισο να πλησιάζει πιο πολύ την κόλαση, είδε την αλήθεια. Στα χέρια των αντρών υπήρχαν χατζάρια και σπαθιά, που έλαμπαν όλο και λιγότερο καθώς το στιλπνό σίδερο και ατσάλι τους βαφόταν με αίμα ξένο.
    Αρέστηκε λένε η Ιστορία σε αυτές τις περιγραφές και ζήτησε η μάχη μεταξύ των δύο φυλών να διαρκέσει καιρό πολύ. Με μεσολάβηση της Ειρωνείας, που πάντα ψηλώνει όσο γης χωρίς αξία ποτίζεται με το νερό της καρδιάς των ανθρώπων, το χατίρι της δεν χαλάστηκε. Η Νίκη και η Ήττα και όσα δίνουν και παίρνουν λόγο από τους Άρχοντες παρέμεναν άπραγα αφήνοντας τις δύο φυλές να αποδεκατίζονται, στο σημείο που κόντευαν στον αφανισμό τους.
    Μα μέσα στην απραγία των ανωτέρων του Ορισμών είναι που ο άνθρωπος βρίσκει ευκαιρία και γίνεται κύριος του εαυτού του και της Μοίρας του κόσμου. Έτσι ένα βράδυ καίγοντας τα άψυχα σώματα των νεκρών τους οι δυο φυλές είδαν η μια στην ανατολή και η άλλη στη δύση καπνούς να ανεβαίνουν στον χαμηλομένο ουρανό. Καπνούς που μαρτυρούσαν τον πόνου και των δύο πλευρών και έδωσαν το σημάδι πως οι δύο φυλές δεν διέφεραν όπως νόμιζαν. Την ίδια αυγή με στάχτες που είχαν την αρμύρα των δακρύων κολλημένες στα μάγουλα τους οι αρχηγοί και οι γέροι των φυλών συνθηκολόγησαν. Συμφώνησαν να ζήσουν μαζί στον τόπο εκείνο που ήταν η αιτία της έχθρας τους.
     Έτσι κατοικήθηκε η περιοχή Τίχτα. Ένα μικρό χωριό από δύο διαφορετικές φυλές φτιάχτηκε εκεί, που η φτωχή γη της περιοχής (αλλά και άλλα περιστατικά) δεν επέτρεψαν να γίνει ποτέ κάποια ξακουστή πόλη. Ακούγεται όμως από την ιστορία αυτή που να εξυπηρετεί σαν παράδειγμα για την ειρήνη και την ομόνοια.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

61. Η επίσκεψη ενός νεαρού μάγου σε μία παραλία.

     Μια φορά και έναν καλό καιρό, ήταν ένας νεαρός και ισχυρός μάγος που αποφάσισε να πάει μία βόλτα στη θάλασσα.
     Έβαλε στο σάκο του τα μπανιερά του και πήγε σε μία απόμερη παραλία ενός μικρού κολπίσκου. Ομπρέλα δεν χρειαζόταν γιατί η παραλία είχε μεγάλα και πυκνά αρμυρίκια που έκαναν καλή σκιά. Ξάπλωσε κάτω από ένα και άπλωσε το βλέμμα του μπροστά. Η θάλασσα είχε ένα βαθύ μπλε χρώμα που ως τον ορίζοντα γινόταν πράσινο, τόσο που ο νεαρός μάγος ένιωθε πως αν έπαιρνε κάποιο καράβι ως εκεί θα έφτανε σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Στο δεξί του χέρι υπήρχε μία μικρή βραχονησίδα. Πάνω της θαύμασε τους χαμηλούς θάμνους που φύονταν εκεί, και με έκπληξη παρατήρησε γκρίζους λαγούς με μακριά αυτιά να τρέχουν ανάμεσα στα φυλλώματα τους.
     Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, σχεδόν όσο τα νερά στο μικρό κόλπο που γυάλιζαν στον ζεστό ήλιο. Ολόλευκα σύννεφα ταξίδευαν με ταχύτητα από το βορρά προς το νότο λες και ήταν χελιδόνια. Ο μάγος ένιωσε ευτυχισμένος στο γαλήνιο αυτό τόπο, που ήταν θαρρείς, ένα κομμάτι του παραδείσου στη γη των εξόριστων.
     Μόνο ένα πράγμα χαλούσε την διάθεση του νεαρού μάγου. Ο αέρας φυσούσε δυνατά και σήκωνε κύμα στον μικρό κόλπο. Δεν του άρεσε να κολυμπά όταν είχε κύματα η θάλασσα. Άλλωστε δεν ήραν πολύ καλός κολυμβητής.
     Έτσι πριν βουτήξει στο νερό έκανε ένα ξόρκι. Έκανε τον άνεμο να πάψει. Ο κόλπος έγινε απάνεμος. Τα νερά ησύχασαν. Ούτε ένα μικρό κυματάκι δεν ακουγόταν στην ακροθαλασσιά. Μονάχα το κελάηδημα κάποιων πουλιών που κοιτούσαν κρυμμένα στα αρμυρίκια , στα οποία είχαν βρει καταφύγιο από τον ήλιο, ακουγόταν.
     Ο νεαρός μάγος μπήκε στα κρυστάλλινα νερά και κολύμπησε απολαμβάνοντας την ηρεμία και την ομορφιά του τοπίου. Από το χαμόγελο του, μία σκέψη βρήκε άνοιγμα και μπήκε στο κεφάλι του. Να πάει μέχρι την βραχονησίδα να δει από το κοντά τους λαγούς.
     Την βρήκε πολύ ωραία σκέψη.
     Όμως ο μάγος δεν ήταν πολύ καλός κολυμβητής, και η βραχονησίδα ήταν μακρύτερα από ότι νόμισε. Δεν εκτίμησε καλά τις αντοχές του και πνίγηκε ο δύστυχος.
     Το ξόρκι που είχε κάνει έτσι, δεν λύθηκε ποτέ. Αέρας ποτέ δεν δρόσισε ποτέ εκείνον τον κόλπο. Κύμα δεν χτύπησε ποτέ στις άκρες των νερών του. Έτσι ο ζεστός ήλιος ξέρανε τα αρμυρίκια και τους θάμνους στη βραχονησίδα. Έτσι τα νέα έμειναν στάσιμα και βρώμισαν. Οι λαγοί δεν είχαν να φάνε και λιμοκτόνησαν. Τα πουλιά πέταξαν μακριά παίρνοντας μαζί τους τα όμορφα τραγούδια τους αφήνοντας το τοπίο ολότελα βουβό. Το μόνο αξιοθέατο στον κόλπο αυτό πια είναι που από εκεί βλέπει κανείς το μοναδικό νεκροταφείο λαγών στο κόσμο.
     Βλέπετε καμιά φορά η ευτυχία δεν ανέχεται παρεμβάσεις.
     Συνιστάται λοιπόν προσοχή.