Στο βασίλειο των ζωντανών αποτελεί νομοτέλεια οι πιο αδικημένοι να είναι οι νεκροί. Είναι καταδικασμένοι στο θάνατο, τον ανούσιο. Ζηλεύουν την ουσία της ζωής, και φθονούν τους ζωντανούς για τις ανάσες τους.
Η παρακάτω ιστορία έχει συμβεί, θα συμβεί, και ίσως συμβαίνει και τώρα. Όμως πιστοί στον Κύριο χρόνο των αφηγήσεων και λάτρεις της αισιοδοξίας θα την αποδώσουμε σαν να έχει μονάχα συμβεί μία φορά.
Κάποτε ήρθε ο καιρός που οι νεκροί πλήθυναν. Η φύση φρόντισε για αυτό. οι άνθρωποι βοήθησαν να συμβεί. Η ανυπόφορη αλήθεια αποκάλυψε την πραγματικότητα σε νεκρούς που ως τότε νόμιζαν πως ήταν ζωντανοί. Και διάφορα ψέματα κάθε λογιών, έπεισαν δυσαρεστημένους ζωντανούς για την αψυχιά τους.
Ο αριθμός των νεκρών είχε αυξηθεί επικίνδυνα.
«Τι στρατός!» σκέφτηκε κάποιος.
Ένας τέτοιος στρατός θα μπορούσε να τον κάνει βασιλιά. Κι ήταν αυτές του οι σκέψεις, που δεν έμειναν άπρακτες και ανυποστήρικτες, που έβαλαν σε κίνηση ένα πανάρχαιο ξόρκι.
Ο Κάποιος έγινε βασιλιάς. Κυβερνών των ζωντανών και των νεκρών. Αν ήταν καλός ή κακός αυτό το ξέρουμε, μα είναι νωρίς για να το νιώσουμε. Θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει σαν δίκαιο βασιλιά, καθώς κυβερνούσε ως ίσους τους ζωντανούς, με τους ως τότε αδικημένους νεκρούς.
Τέτοιων ειδών εξισώσεις βέβαια γίνονται προς τα κάτω. Έτσι ούτε οι ζωντανοί ήσανταν ευχαριστημένοι, ούτε οι νεκρού βρέθηκαν να χαίρονται. Αλλιώς τα είχαν ονειρευτεί σαν πέθαιναν δεύτερη φορά, και τρίτη, και τέταρτη μερικοί, για να ανεβάσουν στο θρόνο του βασιλείου εκείνο τον Κάποιο.
Κακός δυνάστης ήταν λοιπόν για όλους. Δεν πέρασε πολλής καιρός κι άρχισαν τα στόματα να μιλάνε για επαναστάσεις, και χέρια έφτιαχναν ρολόγια που μετρούσαν αντίστροφα το χρόνο του.
Κάθε χτύπος καθενός ρολογιού μετρούσε και άλλο λεπτό προς την δικαιοσύνη. Όχι το ίδιο με τα άλλα. Ήταν μία αντίστροφη μέτρηση αθροιστική και όχι παράλληλη. «Ζητούνται και άλλα ρολόγια», γραφόταν στους τοίχους τα βράδια.
Αργά - πάντα αργά – ο χρόνος του Κάποιου τελείωσε. Τα ρολόγια την ώρα την είχαν μετρήσει κι είχε φτάσει.
Η ώρα οι ζωντανοί να ζήσουν.
Η ώρα οι ξεγελασμένοι να ελπίσουν την όμορφη αλήθεια, πως ήταν και είναι ακόμη ζωντανοί.
Μα οι νεκροί; Τι ώρα ήταν εκείνη για τους νεκρούς; Θα γύριζαν σάμπως στους τάφους τους; Ή μήπως θα επέστρεφαν στο ψέμα πως είναι τάχα ζωντανοί; Καταδικασμένοι να ζήσουν μονάχα την αποκάλυψη της ανυπόφορης αλήθειας πως είναι νεκροί, και τίποτα άλλο.
Ένα πανάρχαιο ξόρκι κινούταν για αυτούς και η ώρα του ήταν εκείνη.
Όσοι από τους νεκρούς κατάλαβαν τις προδομένες, από την αρχή, υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί επήραν το σώμα του έκπτωτου βασιλιά και το έφαγαν σαν να ήταν θεία κοινωνία. Αυτό τους ζωντάνεψε.
Έτσι οι νεκροί λιγόστεψαν κι η ιστορία τελειώνει.
Το ξόρκι αυτό υπάρχει και θα υπάρχει. Μα είναι καλύτερα, λένε οι γραφές, οι ζωντανοί να φροντίζουν να μην γεννάνε νεκρούς.
Η παρακάτω ιστορία έχει συμβεί, θα συμβεί, και ίσως συμβαίνει και τώρα. Όμως πιστοί στον Κύριο χρόνο των αφηγήσεων και λάτρεις της αισιοδοξίας θα την αποδώσουμε σαν να έχει μονάχα συμβεί μία φορά.
Κάποτε ήρθε ο καιρός που οι νεκροί πλήθυναν. Η φύση φρόντισε για αυτό. οι άνθρωποι βοήθησαν να συμβεί. Η ανυπόφορη αλήθεια αποκάλυψε την πραγματικότητα σε νεκρούς που ως τότε νόμιζαν πως ήταν ζωντανοί. Και διάφορα ψέματα κάθε λογιών, έπεισαν δυσαρεστημένους ζωντανούς για την αψυχιά τους.
Ο αριθμός των νεκρών είχε αυξηθεί επικίνδυνα.
«Τι στρατός!» σκέφτηκε κάποιος.
Ένας τέτοιος στρατός θα μπορούσε να τον κάνει βασιλιά. Κι ήταν αυτές του οι σκέψεις, που δεν έμειναν άπρακτες και ανυποστήρικτες, που έβαλαν σε κίνηση ένα πανάρχαιο ξόρκι.
Ο Κάποιος έγινε βασιλιάς. Κυβερνών των ζωντανών και των νεκρών. Αν ήταν καλός ή κακός αυτό το ξέρουμε, μα είναι νωρίς για να το νιώσουμε. Θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει σαν δίκαιο βασιλιά, καθώς κυβερνούσε ως ίσους τους ζωντανούς, με τους ως τότε αδικημένους νεκρούς.
Τέτοιων ειδών εξισώσεις βέβαια γίνονται προς τα κάτω. Έτσι ούτε οι ζωντανοί ήσανταν ευχαριστημένοι, ούτε οι νεκρού βρέθηκαν να χαίρονται. Αλλιώς τα είχαν ονειρευτεί σαν πέθαιναν δεύτερη φορά, και τρίτη, και τέταρτη μερικοί, για να ανεβάσουν στο θρόνο του βασιλείου εκείνο τον Κάποιο.
Κακός δυνάστης ήταν λοιπόν για όλους. Δεν πέρασε πολλής καιρός κι άρχισαν τα στόματα να μιλάνε για επαναστάσεις, και χέρια έφτιαχναν ρολόγια που μετρούσαν αντίστροφα το χρόνο του.
Κάθε χτύπος καθενός ρολογιού μετρούσε και άλλο λεπτό προς την δικαιοσύνη. Όχι το ίδιο με τα άλλα. Ήταν μία αντίστροφη μέτρηση αθροιστική και όχι παράλληλη. «Ζητούνται και άλλα ρολόγια», γραφόταν στους τοίχους τα βράδια.
Αργά - πάντα αργά – ο χρόνος του Κάποιου τελείωσε. Τα ρολόγια την ώρα την είχαν μετρήσει κι είχε φτάσει.
Η ώρα οι ζωντανοί να ζήσουν.
Η ώρα οι ξεγελασμένοι να ελπίσουν την όμορφη αλήθεια, πως ήταν και είναι ακόμη ζωντανοί.
Μα οι νεκροί; Τι ώρα ήταν εκείνη για τους νεκρούς; Θα γύριζαν σάμπως στους τάφους τους; Ή μήπως θα επέστρεφαν στο ψέμα πως είναι τάχα ζωντανοί; Καταδικασμένοι να ζήσουν μονάχα την αποκάλυψη της ανυπόφορης αλήθειας πως είναι νεκροί, και τίποτα άλλο.
Ένα πανάρχαιο ξόρκι κινούταν για αυτούς και η ώρα του ήταν εκείνη.
Όσοι από τους νεκρούς κατάλαβαν τις προδομένες, από την αρχή, υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί επήραν το σώμα του έκπτωτου βασιλιά και το έφαγαν σαν να ήταν θεία κοινωνία. Αυτό τους ζωντάνεψε.
Έτσι οι νεκροί λιγόστεψαν κι η ιστορία τελειώνει.
Το ξόρκι αυτό υπάρχει και θα υπάρχει. Μα είναι καλύτερα, λένε οι γραφές, οι ζωντανοί να φροντίζουν να μην γεννάνε νεκρούς.