Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

57. Ένας άλλος κόσμος αδικίας

     Όταν ο κόσμος ενός άλλου θεού ωρίμασε, και καρποφόρησε την αδικία του και αυτός σαν τον δικό μας, εκείνος κοιτώντας τους πεινασμένους και τους χορτάτους αποφάσισε να διορθώσει το λάθος που έβλεπε. Φύτεψε ένα σπόρο και τον άφησε να φυτρώσει, να βλαστήσει και να καρπίσει.
     Ο καρπός του φυτού αυτού είχε δύο μέρη, το ένα μέσα στο άλλο. Τα δύο αυτά μέρη χωρίζονταν από ένα σκληρό κέλυφος. Το μέσα μέρος του που ήταν πολύ νόστιμο ήταν το μικρότερο και δεν έφτανε να χορτάσει ένα μικρό κλωσόπουλο, ενώ το απέξω είχε αρκετή σάρκα για να ξεγελάσει ένα αγρίμι.
     Είχε στο νου του ο θεός με αυτό τον καρπό, οι χορτάτοι τόσο πολύ να ορέγονται το μέσα μέρος που να βάζουν τους φτωχούς πεινασμένους να καλλιεργούν το φυτό και να τους το δίνουν, διαχωρίζοντας το από το απέξω. Έτσι το απέξω που δεν θα το νοστιμεύονταν οι χορτασμένοι χορτάτοι θα έμενε να τρέφονται οι ως τότε πεινασμένοι. Μα η αδικία – και η ανοησία - στον κόσμο ήταν τέτοια που το απέξω πετιόταν και αφήνονταν να σαπίσει. Δεν δινόταν στους πεινασμένους για να χορτάσουν.
     Ο θεός απογοητεύτηκε. Με λύπη έκτοτε κοιτάει εκείνο τον κόσμο και απορεί. Μένει έτσι γιατί μέσα στην δική του σοφία δεν μπόρεσε α κατανοήσει την σοφία των χορτασμένων, αλλά ούτε και μπορεί να αναγνωρίσει στο δικό του λάθος τα λάθη των πεινασμένων.
     Όλα αυτά γιατί η αβάσταχτη αδικία δεν είναι κομμάτι του κόσμου αλλά κομμάτι του ανθρώπου.

 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

56. Ο υφαντουργός του Κάιρου


     Στο Κάιρο της Αιγύπτου ζούσε κάποτε ένα σπουδαίος υφαντουργός. Γεννημένος από πλούσια οικογένεια, όταν οι γονείς του πεθάνανε είχε δεχτεί από την κληρονομιά να κρατήσει μόνο το πατρικό σπίτι, και τα υπόλοιπα τα άφησε να τα πάρουν τα αδέρφια του. Όλη η υπόλοιπη περιουσία του ήταν φτιαγμένη από τη δουλειά του. Δεν ήταν πλούσιος, μα είχε χρήματα να ζει και να δουλεύει όπως ήθελε και όπως ήξερε.     

     Ήταν φημισμένος για τα βαμβακερά σεντόνια που ύφαινε. Όλη η καλή κοινωνία κοιμόταν σε αυτά. Κάθε χρόνο με το πορτοφόλι γεμάτο, λίγες μέρες πριν την συγκομιδή πήγαινε στην κοιλάδα του Νείλου και διάλεγε τα χωράφια από τα οποία θα αγόραζε το βαρβαδεινό βαμβάκι που θα χρησιμοποιούσε για την ύφανση. Έδινε το καπάρο και ύστερα έστελνε δικούς του εργάτες να κάνουν τη συγκομιδή. Τις μονές μέρες τους έβαζε να τραγουδούν και τις ζυγές τους πλήρωνε διπλά.

      Ήταν γνωστός ο έρωτας του με μία αρωματοποιό που ζούσε στην Αλεξάνδρεια. Ο κόσμος σχολίαζε που δεν είχαν παντρευτεί. Ταξίδευαν, πότε εκείνος και κάποτε εκείνη, για να βλέπονται και να κοιμούνται μαζί. Την αγαπούσε τόσο λένε που κάποτε για χάρη της έβαλε σε εφαρμογή ένα από τα πιο πρόσφατα σχέδια των μάγων-τεχνητών. Για να την βοηθήσει στις δουλείες της άρχισε να φτιάχνει σεντόνια που μάθαιναν και αναγνώριζαν τον ιδιοκτήτη τους από την μυρωδιά.

      Τα σεντόνια αυτά όταν αναγνώριζαν την μυρωδιά αυτού που ξάπλωνε πάνω τους γινόντουσαν μαλακά και δρόσιζαν. Σαν όμως δεν αναγνώριζαν την μυρωδιά του, τσιμπούσαν, ίδρωναν και κολλούσαν πάνω στο δέρμα, μπλέκονταν στα άκρα και στο λαιμό του προκαλώντας του ύπνο ανήσυχο και ανυπόφορο.

      Με αυτό τον τρόπο ο υφαντουργός πίστευε πως όσοι αγόραζαν το άρωμα της αγαπημένης του θα αναγκάζονταν να το ξανά-αγοράσουν και έτσι εκείνη θα γινόταν ευτυχισμένη από την ξενοιασιά του πλούτου της. Ενώ ήλπιζε να συναντιούνται συχνότερα.

      Πολλά είναι τα σημεία που μπορούμε να σκεφτούμε πως είχε υπολογίσει λάθος ο υφαντουργός και που θα έκαναν το σχέδιο του να καταρρεύσει, όμως καθώς ήταν μύστης της μαγικής υφαντουργίας όλα λειτούργησαν όπως τα ήθελε. Μονάχα ένα φάνηκε να του ξέφυγε, πώς οι μόδες στα αρώματα ξεθυμαίνουν όπως οι μυρωδιές τους, και - μα τον δύστυχο - όπως οι αγάπες στις καρδιές ορισμένων γυναικών.

          Η ερωμένη του τον εγκατέλειψε στη βαθιά της απουσίας της την απελπισία, και λάνσαρε ένα καινούριο άρωμα για τους πελάτες της που την νύχτα καθώς τα σεντόνια όσων το φορούσαν δεν το αναγνώρισαν, από το Κάιρο μέχρι την Αλεξάνδρεια ο κόσμος έμεινε ξάγρυπνος, από τις φωνές όσων στριφογύριζαν στο άβολο τους κρεβάτι, όσων ξυπνούσαν από εφιάλτες κολασμένους και όσων έβρισκαν στραγγαλισμένους με τα σεντόνια τους ορισμένους.