Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

53. "Τα καλοτάξιδα"


Κάποτε ένας δημιουργός χωρίς τσιγγάνικο αίμα έδωσε σε μυστουργό χωρίς τσιγγάνικη καρδιά ένα δώρο. Αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω - ή κάτι πιο λίγο - από ένα αλευροζημωτό χειροτέχνημα μιας απλής και ευρέως γνωστής συνταγής: 2 μέρη αλεύρι, 1 αλλάτι, 1 μέρος νερό.
Καθώς τίποτα δεν είναι τυχαίο και τίποτα δεν είναι απλό, και κανείς άλλος δεν ήταν παρόν στη δοσοληψία αυτή, και ο μυστουργός αρεσκόταν μόνο να δέχεται μοναδικά δώρα, και ο δημιουργός ήταν άξιος με τις τέχνες που καταπιανόταν, και μια γυναίκα είχε ονομάσει το χειροτέχνημα "καλοτάξιδο", και το όνομα αυτό ειπώθηκε και ακούστηκε με τρόπο βραχμανικό, γεννήθηκε μία τέχνη τσιγγάνικη. Η τέχνη των "καλοτάξιδων".
Τα φιλευχητήρια αυτά αν τα φτιάξει και τα δώσει κάποιος σε άνθρωπο τον οποίο συμπαθεί και που δεν γνωρίζει τις βαθύτερες του έννοιες, επιθυμίες, αγωνίες και προσευχές, που όμως με τρόπο ανθρώπινο και φιλικό τις συμμερίζεται και τις συμπάσχει και ας μην τις ξέρει, μία από αυτές θα συνδεθεί με το "καλοτάξιδο" και θα μείνει με αυτό μέχρι να χαλάσει.
Κανείς δεν ξέρει ποιο καλό ή ποιο κακό που απασχολεί τον παραλήπτη, και του συμβαίνει ή έτσι νομίζει, ή που εύχεται ή που φοβάται πως θα του συμβεί έχει συνδεθεί με το "καλοτάξιδο". Ούτε μπορεί να ξέρει αν αυτό πρόκειται να ξεκινήσει ή να σταματήσει όταν αυτό χαλάσει. Μπορεί κάτι ευτυχές να σταματήσει ή κάτι δυστυχές να τελειώσει, ή μπορεί μία ελπίδα ή κάποια απελπισία να εμφανιστεί όταν αυτό φθαρεί, θρυμματιστεί, ή σπάσει. Τα "καλοτάξιδα" έχουν την δύναμη να διατηρούν κάτι (καλό ή κακό) από το παρόν ή να συγκρατούν κάτι από το μέλλον. Μόνο αν αυτό χαλάσει ο κάτοχος του καταλαβαίνει ανάλογα με το τι θα πάψει ή θα συμβεί το φορτίο του "καλοτάξιδου". Έτσι τα "καλοτάξιδα" στην διπλή διττή τους φύση είναι ταυτόχρονα και φιλευχητήρια και φυλαχτά.
Σε κάθε περίπτωση είναι καλό ο παρασκευαστής τους να μην προσπαθήσει να τα κάνει περισσότερο γερά ή λιγότερο ανθεκτικά γιατί δεν ξέρει ποτέ για το τι θα είναι υπεύθυνος να παραμείνει ή να χαθεί, ή να έρθει. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί άλλωστε να ισχυριστεί πως γνωρίζει το πλήρωμα του χρόνου του οτιδήποτε. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και ο παραλήπτης δεν πρέπει να το βάλει σε μέρος τέτοιο ή να το μεταχειριστεί με τρόπο που το "καλοτάξιδο" του θα χαλάσει γρηγορότερα ή θα διατηρηθεί πιο πολύ.
Τα "καλοτάξιδα" - αν μπορεί κανείς διαβάζοντας τα παραπάνω να μάθει την τέχνη τους και να τα φτιάξει - καλό είναι να φτιάχνονται και να δίνονται με καλές προθέσεις και με πολλή άγνοια.
Αυτό τουλάχιστον συμβουλεύει ένας μυστουργός χωρίς τσιγγάνικη καρδιά που περηφανεύεται πως του δώσαν δώρο το πρώτο "καλοτάξιδο" που φτιάχτηκε ποτέ, ενώ σημειώνει πως κανείς δεν μπορεί να τα εμπορευτεί, καθώς "μόλις ο ήχος του νομίσματος ακουστεί αδυνατίζει η φρενική δύναμη τους".

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

52. Ο παππούς βάτραχος του Σαββατοκύριακου


Ακόμα το φως της μέρας δεν είχε χαθεί από τον ουρανό του δάσους των περιμυθιασμάτων. Ο μεγάλη κουκουβάγια είχε ανοίξει ήδη τα μάτια της. Πεινούσε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί άλλο. Δεν μπορούσε να περιμένει. Το σοφό αρπαχτικό δεν είχε καταφέρει να πιάσει τίποτε τις τελευταίες μέρες. Τον τελευταίο καιρό οι εξορμήσεις της τις καθημερινές ήταν ατελέσφορες. Νηστική επέστρεφε με το φως της αυγής στα πυκνά φυλλώματα και πριν κοιμηθεί αναθεμάτιζε το βατράχι, που ήταν υπεύθυνο για τη λίμα της.
Εδώ και καιρό, τον τελευταίο καιρό, τις καθημερινές ένα νέο βατράχι πρωτοστατούσε στη χορωδία των βατράχων που κάθε βράδυ νανούριζαν το δάσος και ξυπνούσαν τα όνειρα από τα βάθη της λίμνης. Άπειρο, και ίσως ατάλαντο το νέο βατράχι παρέσερνε τα άλλα σε ένα κακόηχο κρώξιμο από τότε που ο παππούς βάτραχος δήλωσε πως νιώθει κουρασμένος τις καθημερινές μέρες και θα τραγουδούσε μόνο Σαββατοκύριακα.
Τι όμορφα που ήταν όταν ο παππούς βάτραχος διεύθυνε. Τα ζώα που κοιμόντουσαν τη νύχτα κοιμόντουσαν βαθιά, και τα νυκτόβια αφαιρούνταν με τις  ωραίες ωδές των βατράχων. Εύκολα η κουκουβάγια τα άρπαζε στον ύπνο και στην αφηρημάδα τους και χόρταινε την πείνα της. Ακόμα και την λιγούρα της ικανοποιούσε τότε. Αυτά κάποτε και τώρα πια μόνο το τρίβραδο του Σαββατοκύριακου που τραγουδούσε ο παππούς βάτραχος. Τις καθημερινές που το τραγούδι των βατράχων ήταν κακοφορμισμένο στα αυτιά των ζώων, τα ζώα έκαναν ύπνο ελαφρύ και τα νυκτόβια είχαν συνέχεια το νου τους στην άνοστη ζωή τους, και το στομάχι της κουκουβάγιας έμενε ανοστίμευτο.
Απόψε όμως νύχτωνε Παρασκευής βράδυ, και μετά Σαββάτου, και ύστερα Κυριακής. Σαν να λέμε ύπνος βαθύς και ονειρεμένος για τα ζώα, νύχτες πλανεμένες για τα νυκτόβια, και κυνήγι προσοδοφόρο για την κουκουβάγια.
Τα βατράχια άρχισαν να ακούγονται που είχαν ανέβει στα νούφαρα της λίμνης. Ζέσταιναν τις φωνές τους. Έτοιμα να αρχίσουν. Σαν είδαν τα μάτια της κουκουβάγιας την νύχτα να πέφτει, τα φτερά της χτύπησαν και πέταξε. Σαν πέταξε και το κυνήγι της άρχισε, λιγουρεύτηκε να έβρισκε έναν καλοζωισμένο λαγό. Μέρα του ήταν .* Πέταξε λίγο ονειροπολώντας. Παρά την επιτακτική πείνα της, ήξερε πως είχε όλο το βράδυ μπροστά της, όλο το Σαββατοκύριακο. Μπορούσε να κάνει λίγη υπομονή για να ονειρευτεί.
Μα δυστυχώς και πάλι του νέου βατραχιού η φωνή ακούστηκε μέσα στο βράδυ. Όλα τα ζώα αναστατώθηκαν και δυσαρεστήθηκαν. Μα πιο πολύ το στομάχι της κουκουβάγιας έδειξε κάνοντας έναν ήχο την αντίδραση του. Περίμεναν τόσο αυτή τη βραδιά. Τι είχε απογίνει άραγε ο παππούς βάτραχος;
Το τραγούδι των βατράχων δεν ήταν λυπηρό, άρα δεν συνέβη θάνατος. Ήταν κάτι το ασχημότερο. Η κούραση που είχε αποτραβήξει τον παππού βάτραχο από τα καθημερινά νυχτερινά κονσέρτα ήταν μονάχα συνώνυμο της κούρασης που όλοι νόμιζαν –μαζί και εκείνος - , ήταν ένα χτικιό της ζωής από τα πολλά και ποικίλα που κυκλοφορούν στο δάσος των περιμυθιασμάτων, και που τώρα τον είχε πιάσει για τα καλά και θα του στερούσε και τα Σαββατοκύριακα.
Προσοχή λοιπόν σε τέτοιες συνήθειες “κούρασης” αν νομίζετε πως κάπως ταυτίζεστε (ή σας ταυτίζουν) με τον παππού βάτραχο, και μαζί με άλλους αναστεναγμούς, παρακαλούμε αφήστε και έναν για την λιμασμένη κουκουβάγια.


* Οι λαγοί στο δάσος των περιμυθιασμάτων πεθαίνουν πάντα ξημέρωμα Σαββάτου.