Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

42. "Ο πλίνθος του Tσαρλατάνου"

     Δεν έχει πολύ καιρό που ένας σύγχρονος μάγος της συνομοταξίας των τσαρλατάνων, βρήκε στο δρόμο έναν άντρα και του έδωσε ένα πλίνθινο τούβλο.
     Οι πολλές εκδοχές της ιστορίας έχουν φθείρει την περιγραφή του άντρα. Άλλες μιλάν για έναν Κινέζο αγρότη σε έναν ορυζώνα που από εκεί το Σινικό τοίχος δεν φαινόταν, άλλοι μιλάνε για έναν Ρώσο δημόσιο υπάλληλο που κατοικούσε σε ένα υγρό ημιυπόγειο, άλλοι για έναν Ιταλό βοσκό στη Σικελία, άλλοι για έναν Αμερικάνο εργάτη του Ντιτρόιτ, κάποιοι για έναν μαύρο που οι γονείς του ήταν κάποτε δουλοπάροικοι και ελευθερώθηκαν σε κάποια παλιά γαλλική αποικία.
     Ακόμα και η όψη του μάγου αλλάζει σε κάθε εκδοχή. Άλλοτε είναι ένας καλοντυμένος λευκός, άλλοτε ένας ψιλόλιγνος μουσουλμάνος με ευρωπαϊκό ντύσιμο, ή ένας γέρος μεξικάνος με αραιό μουστάκι, κάποιος βαλκάνιος τσιγγάνος, ή ένας ψηλός μελαχρινός ξένος.
      Το μόνο που δεν αλλάζει στις εκδοχές της ιστορίας είναι οι ιδιότητες του πλίνθου, τα λόγια του μάγου. Σύμφωνα με αυτά σε αυτόν κρύβονται οι αλήθειες του κόσμου. Οποιαδήποτε σοφία του ανθρώπινου νου είναι μπολιασμένη μέσα του. Ο μάγος χαρίζει τον πλίνθο στον άντρα ως πολύτιμο δώρο και του λέει πως αν βρει τον τρόπο θα γίνει σπουδαίος και ευτυχισμένος.
      Ο άντρας σε όλες τις εκδοχές, παρά σε μία μόνο όχι, δέχεται τον πλίνθο, παραξενεμένος αλλά όχι δύσπιστος. Προσπαθεί αλλά, σε όλες εκτός από μία εκδοχή, αποτυγχάνει να βρει πως μέσα από το τούβλο θα μάθει τα όσα του έχει πει ο μάγος, για να γίνει σοφός και ευτυχισμένος. Εν τέλει βαριεστημένος παίρνει και χρησιμοποιεί τον πλίνθο σαν τούβλο, αγνοώντας τα μυστικιστικά του χαρακτηριστικά. Φτιάχνει το φράχτη του χωραφιού του, τον τοίχο του σπιτιού του, την στάνη του. Ο πλίνθος καταλήγει σε έναν τοίχο. Εκεί ξεχάστηκε και παραμένει ξεχασμένος ως τώρα, λένε.
      Η ιστορία ταξιδεύει εδώ και καιρό από στόμα σε στόμα, και έτσι έφτασε και στην παρούσα συλλογή. Αν και αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας κάποιοι δείχνουν να την πιστεύουν. Ορισμένοι μάλιστα δηλώνουν πως η ιστορία θα γίνει κάποτε πιστευτή από όλους, και οι άνθρωποι θα γκρεμίσουν όλα τα οικοδομήματα τους για να βρουν τον πλίνθο του Τσαρλατάνου, προκαλώντας μία απόλυτη καταστροφή. Γλαφυρές εικόνες συνοδεύουν αυτή την στιγμή. Ανθρώπινα νύχια να τρώνε τοίχους και ματωμένα χέρια να βγάζουν τούβλα από θεμέλια.
      Ύστερα λένε, οι άνθρωποι θα αναγκαστούμε να χτίσουμε τον κόσμο από την αρχή.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

41. "Τα κλουβιά με τα κοράκια"

     Οι φυλακές των ανθρώπων μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα ιδιότυπες. Ίσως η πιο ιδιότυπη από όλες να βρίσκεται στους βράχους της Λενέ, μιας επίπεδης κοιλάδας που σταματά απότομα στα ανατολικά της βρίσκοντας την άκρη ενός βραχώδους γκρεμού και κάτω από αυτόν, στα πεντακόσια μέτρα, σκάνε τα κύματα της θάλασσας. Από εκεί οι Αρχές κρεμάνε μεγάλα σιδερένια κλουβιά σε σχήμα κυλίνδρου, σκουριασμένα από την αλμύρα της θάλασσας και τους ανέμους.
     Τα κλουβιά δεν είναι περισσότερα από τέσσερα ή πέντε. Ποτέ δεν χρειάστηκε να είναι περισσότερα. Σπάνια τα δικαστήρια της Λενέ καταδικάζουν κάποιον σε αυτή την βαρυά φυλακή. Μας είναι άλλωστε άγνωστο αν υπήρχαν ποτέ παραπάνω από ένας κατάδικοι ταυτόχρονα. Τα αρχεία της φυλακής παραμένουν κρυφά.
      Η φυλάκιση γίνεται ως εξής. Ο κατάδικος μετά την δίκη υποχρεούται να πιει ένα ισχυρό υπνωτικό από τον ανθό ενός κάκτου που ευδοκιμεί στην κοιλάδα. Αυτό θα τον κρατήσει κοιμισμένο μέχρι να μεταφερθεί στην άκρη της κοιλάδας. Εκεί, ενώ ακόμα κοιμάται, θα τον βάλουν μέσα στο κλουβί και θα τον σκεπάσουν με ένα σκούρο καφέ ύφασμα, τόσο μεγάλο που καλύπτει όλο το πάτωμα του κλουβιού. Τέλος στο κλουβί θα βάλουν μέσα δεκάδες κοράκια, τα οποία θα πάνε και θα σταθούν στην κορυφή του κλουβιού, σε κάποια οριζόντια σίδερα που έχουν τοποθετηθεί για αυτό το σκοπό.
      Όταν ο κρατούμενος ξυπνάει την επόμενη μέρα, και ξεσκεπάζεται για να βρει το φαγητό και το γάλα κατσίκας που του κατεβάζουν οι φύλακες καθημερινά, οι αλλόζωοι συγκάτοικοι του αναστατώνονται και του επιτίθενται, ενώ προσπαθούν να αρπάξουν και το φαγητό του. Λίγοι είναι τόσο άτυχοι που θα τους κατασπαράξουν τα κοράκια. Άλλωστε δεν είναι αυτή η τιμωρία τους. Η ποινή τους είναι ισόβια και όχι θάνατος. Οι περισσότεροι μαθαίνουν πολύ γρήγορα να μοιράζονται το φαγητό τους μαζί τους. Όμως ακόμα και έτσι τα κοράκια ποτέ δεν παύουν να αναστατώνονται με τις κινήσεις του ανθρώπου στο κλουβί και να του επιτίθενται.
     Οι συχνές επιθέσεις σπάνε το ηθικό των κρατουμένων, και από νωρίς ψάχνουν τρόπο να ξεφορτωθούν τους αφόρητους συγκρατούμενους τους. Αρχικά προσπαθούν να σκοτώσουν τα επιθετικά πουλιά. Τα πιάνουν και τότε τους στρίβουν δυνατά το λαγκίρι. Η τελευταία κραυγή του κορακιού όμως αναστατώνει ακόμα πιο πολύ τα κοράκια που ορμούν με βία πάνω στον κρατούμενο. Αυτό τον αποθαρρύνει από το να τα σκοτώσει όλα. Αργά ή γρήγορα ο κάθε φυλακισμένος θα παρατηρήσει πως τα κοράκια με κλεισμένα τα φτερά τους χωράνε να περάσουν μέσα από τα κάγκελα του κλουβιού, έτσι όταν τα πιάνουν τα περνάνε ανάμεσα από τα σίδερα και με τον τρόπο αυτό απαλλάσονται από τις επιθέσεις τους χωρίς να ταράξουν τα άλλα. Το πέταγμα του πρώτου κορακιού χαρίζει ένα μεγάλο χαμόγελο στους φύλακες, οι οποίοι αρχίζουν τα στοιχήματα ποντάροντας σε πόσες μέρες ο κρατούμενος θα αδειάσει το κλουβί του.
      Όταν και το τελευταίο κοράκι πετάξει μακρυά οι φύλακες ξέρουν πως ο κρατούμενος θα ανακουφιστεί, θα ακουμπήσει ήρεμος πια στα κάγκελα του κλουβιού, κι ύστερα θα σηκωθεί και θα χοροποδήσει μέσα σε αυτό χαρούμενος για την ελευθερία του. Πλέον μπορεί να κινείται μέσα σε αυτό χωρίς τον φόβο των επιθέσεων. Λίγο αργότερα όμως συνειδητοποιεί πως από την πραγματική του φυλακή δεν πρόκειται να απαλλαγεί ή να ξεφύγει ποτέ. Θα μείνει για πάντα μέσα στο κλουβί. Η απελπισία του, που καθυστέρησε να νιώσει εξ αιτίας του επιθέσεων των κορακιών , εμφανίζεται ξαφνικά και είναι βαθύτερη από ότι θα μπορούσε να είναι.
     Με αυτό τον τρόπο ενισχύουν τις ισόβιες ποινές στην Λενέ.