Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

39. "Ο οίκτος της μύγας"

    Μία μέρα των ημερών ο Θεός, μάλλον από πλήξη, αποφάσισε να σπάσει την μονοτονία της παντογνωσίας του δοκιμάζοντας την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Έριξε μία την πάνθωρη ματιά του στην γη και βρήκε έναν άνθρωπο που ξάπλωνε ένα ανοιξιάτικο απομεσήμερο να ξεκουραστεί από τους κόπους της ζωής του που τον βασάνιζαν από μικρό.
    Ο άνθρωπος μέσα στην μέθη του μεσημεριανού ύπνου του κρύωσε και το δέρμα του τσιτσίριασε καθώς ο Θεός συγκεντρώθηκε πάνω του, όμως δεν κατάλαβε την προειδοποίηση στην σάρκας του και αμέριμνος τράβηξε το σεντόνι πάνω του να ζεσταθεί κομμάτι.
    Μία μύγα επιστράτευσε όλη και όλη ο παντοδύναμος Θεός για την δοκιμασία του. Η μύγα πήγε και έπιασε να βουίζει πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου. Πρώτα άλλαξε πλευρό, μετά σκεπάστηκε, κούνησε μια δυο φορές το χέρι του στον αέρα, ώσπου διαμαρτυρήθηκε για την κακή του τύχη φωνάζοντας. Με τη φωνή που έβαλε ξύπνησε τελείως και αποφάσισε να εκδικηθεί. Σηκώθηκε και άρχισε να κυνηγά να χτυπήσει την μύγα, ανάμεσα στα χέρια του που τα βαρούσε το ένα πάνω στο άλλο.
     Επιτέλους ακούστηκε και ο τελευταίος κρότος και η μύγα είχε χτυπηθεί. Όμως δεν είχε πεθάνει. Είχε πέσει στο πάτωμα και βουρλιζόταν, πασχίζοντας να πετάξει. Ο άνθρωπος λυπήθηκε το έντομο όπως βασανιζόταν και αποφάσισε να το ζουπήξει με το δάχτυλο του να την σώσει από το μαρτύριο της. Πρότεινε τον δείκτη του δεξιού του χεριού και πήγε να την πατήσει σαν κουμπί. Λίγο που σιχαινόταν όμως λίγο που και η μύγα δεν καθόταν ήσυχη όπως χτυπιόταν δεν τα κατάφερε. Ξαναπροσπάθησε. Μετά την πρώτη προσπάθεια όμως η μύγα πια έκανε μεγαλύτερες προσπάθησες να μπορέσει να πετάξει και να σωθεί. Ο άνθρωπος τότε είδε πόσο σκληρά η ζωή προσπαθεί να επιβιώσει στη φύση και αποφάσισε τα πράγματα να συνεχιστούν χωρίς την δική του παρέμβαση πια.
    Έτσι και ο Θεός αποφάσισε να μιμηθεί την κρίση του και να αφήσει τον άνθρωπο να ζήσει για πολλά χρόνια και να μην τον λυτρώσει με έναν εύσπλαχνο θάνατο όταν τα δικά του βάσανα γίνονταν αβάσταχτα και απέλπιδα.
   
    Αυτή η ιστορία ονομάζεται "Ο οίκτος της μύγας" και χρησιμοποιούταν από το Τάγμα των Δαύκων για να δείξουν πόσο κακή επιρροή είναι ο άνθρωπος για τον Θεό.
    

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

38. "Η προσευχή για τον τεμπέλη"

   
    Κάποτε έζησε ένας πολύ μεγάλος τεμπέλης. Η διάθεση σου για δουλειά ήταν ανύπαρκτη και καθόλου προκοπή δεν είχε. Για χρόνια πολλά αποτελούσε βάρος στην τσέπη αλλά και στην έγνοια των γονιών του που τον έτρεφαν και αναρωτιόντουσαν πότε θα αποφάσιζε να πάει να δουλέψει να βγάζει μόνος το ψωμί που έτρωγε. Παρακαλούσαν νυχθημερόν οι κακόμοιροι τον Θεό να φωτίσει τον κανακάρη τους και να τους βοηθήσει.
     Ώσπου κάποια μέρα κάποιοι άνθρωποι ντυμένοι πλούσια μα και παράξενα, έφτασαν στην πλατεία της πόλης και πλησίασαν τον τεμπέλη να του μιλήσουν. Εκείνος καθόταν κάτω από τον πλάτανο. Σαν του είπαν πως του έχουν μία επαγγελματική πρόταση εκείνος δυσανασχέτησε και δυσφόρησε αλλά προσποιήθηκε  πως τον ενδιέφερε για να μην του κολλήσουν την ρετσινιά του τεμπέλη.
     Κανείς όμως δεν το περίμενε πως η πρόταση των ξένων θα ήταν τόσο ενδιαφέρουσα. Του υποσχέθηκαν πως αν πάει μαζί τους και μείνει στο σπίτι τους σε μέρος ασφαλές και ζεστό για ένα χρόνο, θα τον ταΐζουν παραπάνω από όσο τραβάει η όρεξη του και δεν θα του ζητούσαν να κάνει τίποτε. Όλα θα τα έκαναν αυτοί. Απλά για έναν χρόνο θα τους ανήκε και για κάθε μέρα που περνούσε θα του χρωστούσαν στο τέλος και από ένα σελίνι.
     Καιροί αγνοί και απονήρευτοι τότε, για τριακόσια εξήντα έξι σελίνια, καθώς ο χρόνος ήταν και δίσεκτος, για να κάθεται και να τρώει και να πίνει κάποιος χωρίς να κάνει και τίποτε άλλο ήταν μία προσφορά που ακόμα και ένας τεμπέλης σαν και αυτόν δεν γινόταν να αρνηθεί. Περιχαρής δέχτηκε.
     Σηκώθηκε από την σκιά του , έδωσε τα χέρια με τους ξένους και πήγε σπίτι να πει τα νέα στους γονείς τους, να τους ευχαριστήσει με τα νέα και να του ετοιμάσουν τα πράγματα να φύγει. Χαρούμενοι και αυτοί του ετοίμασαν τα ρούχα του σε ένα μπόγο μαζί με κάποια άλλα πράγματα, και τον έστειλαν στην ευχή του Θεού.
     Πράγματι τα πράγματα ήταν όπως του τα είχαν πει. Το μέρος που τον πήγαν δεν ήταν κανένα παλάτι, αλλά τον τάιζαν, τον πότιζαν και τον πρόσεχαν χωρίς να του ζητάν τίποτα παρά να κάθεται. Οι μήνες περνούσαν και ο τεμπέλης ευλογούσε την καλή του τύχη. Επιτέλους η εξάσκηση τόσων χρόνων είχε επιτέλους ευοδώσει. Κοιμόταν και ξυπνούσε με χαμόγελο και ξενοιασιά. Τα πέρναγε πολύ όμορφά. Από την καλοπέραση είχε παχύνει και φαρδύνει. Κάπου κάπου στεναχωριόταν όμως που ο χρόνος θα τελείωνε και θα έπρεπε να επιστρέψει στο φτωχικό των γονιών του. Άραγε θα έβρισκε πάλι μία τόσο καλή δουλειά που να την είχε σπουδάσει και τώρα πια την είχε δουλέψει κιόλας; Παρηγορούταν τουλάχιστον με την αμοιβή του.
     Όταν το πλήρωμα του χρόνου ήρθε. Την τελευταία μέρα οι αφεντάδες του τεμπέλη μπήκαν στο μέρος που κοιμόταν. Το ύφος τους δεν του άρεσε του τεμπέλη και πιο πολύ αυτά που κρατούσαν στα χέρια τους. Ο καθένας τους είχε από μία κοφτερή λεπίδα. Παχύς και δυσκίνητος όπως είχε καταντήσει δυσκολεύτηκε να σηκωθεί και να ζητήσει τον λόγο. Θα τον έσφαζαν. Τους ανήκε και το σφάξιμο θα το έκαναν αυτοί όπως όλα τα άλλα.
      Ο τεμπέλης σφάχτηκε ανήμπορος σαν ένα γουρούνι που το καλό-έθρεβαν τόσο καιρό για να το φάνε. Και αυτό έκαναν οι παράξενοι άντρες. Μετά το δείπνο έστειλαν τριακόσια εξήντα έξι σελήνια στους γονείς του τεμπέλη, μετά των ευχαριστιών τους.
      Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι προσευχές τους εισακούστηκαν.