Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

36 "Το Αλ Μπαλάσγουατ"


  Χρόνια πριν ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας γονατίσει μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Χαλίφη και του ζητήσει ταπεινά χρυσό να αγοράσει μάρμαρα και μαλάματα για να αποτελειώσει τον πύργο που του είχε παραγγείλει είχε αποτελειώσει ένα άλλο εξωφρενικό κτίριο έξω από την πόλη. Είχε χτίσει την πυραμιδωτό Αλ Μπάλάσγουατ.
   Το Αλ Μπαλάσγουατ παραγγέλθηκε ως το τελειότερο θησαυροφυλάκιο από όπου δεν θα μπορέσει να κλαπεί ποτέ τίποτα. Ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας σχεδίασε για χρόνια το εσωτερικό του κτίσματος δοκιμάζοντας δεκάδες συνδυασμούς λαβυρινθικών σχημάτων και εν τέλει κατέληξε σε δύο κυκλικούς λαβυρίνθους τις κατόψεις των οποίων διασταύρωσε και ύστερα χώρισε με ένα διαγώνιο διάδρομο. Για να μην προδώσει όμως το σχήμα του κτιρίου, που παραδόξως θυμίζει το σημερινό σύμβολο του απείρου, επέλεξε το εξωτερικό του να είναι γραμμικό και να μοιάζει με πυραμίδα.
     Με τις κατάλληλες συμβουλές στους μαστόρους και τους βοηθούς τους, αλλά και την στενή επιτήρηση τους το έργο τελείωσε σύμφωνα με τα σχέδια. Οι εργάτες έχτιζαν την πυραμίδα από την βάση της και προχωρούσαν επίπεδο επίπεδο ως την κορυφή της, την οποία της σφράγισαν με μία βαριά στρογγυλή λαξευμένη πέτρα από γρανίτη. Ο ίδιος ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας διηύθυνε το γερανό. Ύστερα διέταξε να απομακρύνουν όσο πιο γρήγορα γίνονταν τα μηχανημάτα και τον εξοπλισμό που υπήρχε πάνω στο κτίσμα και κάλεσε 10.000 σκλάβους να μεταφέρουν σάκους με άμμο σκαρφαλώνοντας από την μία πλευρά και αδειάζοντας τους από την άλλη. 2.500 σκλάβοι από κάθε πλευρά. Και επειδή δούλευαν ταυτόχρονα πολλοί σκεπάστηκαν από την άμμο. Με τον τρόπο αυτό ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας βεβαιώθηκε πως ούτε σκαθάρι δεν θα μπορεί να περάσει ανάμεσα από τους τοίχους του κτίσματος και να ξεφύγει αφού θα το έπνιγε η τόση άμμος που είχε ρίξει στο κτίσμα. Το μόνο μέρος που μπορούσε να μπει κάποιος ήταν η είσοδος, την οποία με σκέπαστρα είχε προστατέψει να μην κλείσει από την άμμο που έπεφτε.
    Όταν τελείωσε κάλεσε τους πλούσιους ανθρώπους της πόλης να φέρουν ότι πιο πολύτιμο είχαν και ήθελαν να το φυλάξουν για πάντα, επιμένοντας όμως να το κουβαλήσουν οι υπηρέτες τους μέσα στο θησαυροφυλάκιο και όχι εκείνοι.
    Είναι περιττό να πούμε πως ποτέ τίποτα από τα πλούτη των πλουσίων της χώρας δεν βγήκε μέσα από το Αλ Μπαλάσγουατ, και φυσικά ούτε και οι άτυχοι υπηρέτες που τα κουβάλησαν μέχρι τα σκοτεινά άδυτα του. Ο αρχιμάγιστρος και αρχιμάστορας είχε φροντίσει έτσι ώστε κανένας άρχοντας να μην τον κατηγορήσει για τον χαμό κάποιου μέλους της οικογένειας του, και όταν παραπονέθηκαν για τα πλούτη τους εκείνος αποκρίθηκε πολύ έξυπνα πως δεν είχαν χαθεί, απλά δεν μπορούσαν να ξοδευτούν. Είχε εξασφαλίσει με το μαγικό του δημιούργημα να είναι πλούσιοι αιώνια ακόμα και αν κάποτε πάψουν να έχουν έστω και ένα χρυσό νόμισμα την κατοχή τους.
    Οι άρχοντες κοιτάχτηκαν πονηρά και συμφώνησαν. Πλέον το όνομα τους θα ίσχυε πιότερο από την τσέπη τους, και αυτό θα κρατούσε για πολλά πολλά χρόνια. Μέχρι ο Αλλάχ να ξεχαστεί και μέχρι να τον ξαναθυμηθεί ο κόσμος.
    Έτσι άρχισε η λαμπρή καριέρα του  αρχιμάγιστρου και αρχιμάστορα.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

35. "Οι Στερητές των Χαμόγελων"

    Υπάρχει λένε ένα τσιγγάνικο ανδρόγυνο εξίσου μαγεμένο όσο και καταραμμένο που γυρνά τους δρόμους της Ευρώπης εδώ και μερικούς αιώνες.
    Η τελευταία περιγραφή τους θέλει να ζουν σε ένα γραφικό κάρο και να περιπλανιούνται με αυτό ζητιανεύοντας και παίζοντας χαρούμενη μουσική με το βιολί του ο άντρας και με το ντέφι της η γυναίκα, τραγουδόντας εύθυμα λόγια.
    Κάθε κακορίζικος που θα τους συναντήσει καλό είναι να χαμογελάσει και να χαρεί με την παρουσία τους αλλιώς κινδυνεύει να πέσει θύμα στα μάγια του ενός ή της άλλης. Σε κάθε περίπτωση δεν θα ξαναχαμογελάσει ποτέ. Μόνο αν κάποιος χαμογελάει όσο τον κοιτάνε και τραγουδούν και παίζουν την μουσική τους θα προφυλάξει το χαμόγελο του από το να του το κλέψουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
    Η γυναίκα αρπάζει, λένε, και αδειάζει για πάντα από κάθε χαμόγελο τους δυστυχείς που δεν θα προστατευτούν και ποτέ τους δεν πρόκειται να ξαναγέλασουν. Αφήνοντας τους μόνο με τα χαμόγελα που είχαν στο παρελθόν.
     Ενώ ο άντρας από την άλλη τους γεμίζει με χαμόγελα που έχει κλέψει η γυναίκα του, αλλά μαζί τους δίνει στα χαμόγελα την απληστία των τσιγγούνηδων που κάνουν τα χρήματα μασούρι, και έτσι δεν χαμογελούν ποτέ γιατί φοβούνται μην αδειάσουν από χαμόγελα στο μέλλον.
     Σε κάθε περίπτωση κανένα από τα θύματα ποτέ του δεν θα χαμογελάσει, παρά μόνο αν καταφέρει και προστατευτεί γελώντας όταν τους δει. Δηλαδή στο παρόν.
 

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

34. "Οι λίγοι και οι πολλοί της Σεφκίμ"

    Στα δάση του Αμαζονίου υπάρχει λένε, μία αρχαία και έρημη πόλη φτιαγμένη από δεκατρείς ομόκεντρους κυκλικούς τοίχους, με κάθε έναν από αυτούς να απέχει από τον άλλο πεντακόσια έως και τα οχτακόσια πενήντα μέτρα, με την απόσταση να μεγαλώνει όσο κανείς προχωρά προς το κέντρο της πόλης. Φημολογείται μάλιστα πως κάθε χώρος ανάμεσα στα τείχη είναι πραγματικά ίσος με όλους τους άλλους, εκτός από τον τελευταίο που είναι εξαιρετικά μικρότερος από τους άλλους. Η κυκλική αυτή πόλη έχει το όνομα Σεφκίμ και η διάμετρος της ξεπερνά συνολικά τα εφτά χιλιόμετρα, ενώ τα τείχη της ξεπερνούν τα τριάντα μέτρα ύψος. Οι εσωτερικοί τοίχοι ψηλώνουν όσο πάει και φτάνουν τα πενήντα, με εξαίρεση τον τελευταίο που είναι χαμηλότερος του προηγούμενου του.
     Ερευνητές και αρχαιολόγοι μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να ανακαλύψουν ποιος την έφτιαξε ή ποιος την κατοίκησε, αλλά ούτε και να την χρονολογήσουν. Πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν πώς δεν είναι ανθρώπινο αλλά φυσικό κατασκεύασμα, αφού τα τείχη της δεν θα ξεχώριζαν από οποιοδήποτε βράχο αν δεν είχαν το σχήμα ομόκεντρων κύκλων, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι τέλειοι. Κάτι που ενισχύει την τελευταία θεωρία. Το σίγουρο είναι πως κάποτε η πόλη Σεφκίμ κατοικήθηκε και η ιστορία της είναι η παρακάτω.
    Η ομάδα ανθρώπων που πρωτοκατοίκησαν μέσα στο πρώτο εξωτερικό τοίχος, προφανώς για να προστατευτούν από τα θηρία της ζούγκλας, λέγεται πως συνάντησαν ένα πολύ πλούσιο και έφορο έδαφος όπου ήδη υπήρχαν πολλά καρποφόρα δέντρα και έτσι αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί. Όλοι άρχισαν να ζουν εύρωστα και χαρούμενα στο όμορφο αυτό μέρος, και ευχαριστούσαν τους θεούς για την ευλογία να βρουν αυτό το μέρος. Ήταν τόσο ικανοποιημένοι με τη τροφή που είχαν εκεί που δεν ενδιαφέρονταν και αγνοούσαν πως κάποιοι λίγοι είχαν εγκατασταθεί πίσω από τον δεύτερο εξωτερικό τοίχο, όπου οι φήμες λέγαν πως ήταν ακόμα περισσότερη η τροφή, και έτρωγαν μέχρι σκασμού μα δεν επέτρεπαν στους πολλούς να πάνε και να μπουν, ούτε μοιράζονταν το φαγητό με αυτούς στον εξωτερικό κύκλο.
    Μα οι πολλοί τους άφηναν χωρίς παράπονο ή διαμαρτυρία. Μέχρι, που τα δέντρα δεν είχαν άλλους καρπούς για να τραφούν, και στον εξωτερικό κύκλο άρχισαν να πεινάνε. Τότε και μόνον τότε θέλησαν και διεκδίκησαν να μπουν στον δεύτερο κύκλο όπου υπήρχε τροφή. Οι λίγοι αντιστάθηκαν σθεναρά για να κρατήσουν τους λιμοκτονούντες μακρυά από την πλεονέστερη περιοχή τους. Όμως καθώς η πείνα κάνει τον άνθρωπο ισχυρότερο θεριό από ότι τον κάνει η πλεονεξία οι λίγοι δεν τα κατάφεραν και οι πολλοί μπήκαν και στον δεύτερο κύκλο που πράγματι αν και ισομεγέθης με τον προηγούμενο του ήταν πιο πλούσιος σε φαγητό από τον πρώτο. Πάλι όμως κάποιοι λίγοι κατάφεραν και μπήκαν στον τρίτο κατά σειρά κύκλο και άρχισαν να απολαμβάνουν μόνοι τους το πλεονάζον φαγητό των δέντρων του, που ήταν ακόμα πιο πλούσια από τον δεύτερο και πολύ περισσότερο από του αρχικού.
    Η ιστορία συνεχίζει με τους καρπούς των δέντρων του δεύτερου κύκλου να τελεύουν και εκείνοι. Με τους πολλούς να διεκδικούν πάλι τότε τη θέση τους στον τρίτο και με κάποιους λίγους - όχι πάντα  τους ίδιους, μα πάντα λίγους- να πηγαίνουν στον επόμενο. Με το αυτό να επαναλαμβάνεται οχτώ φορές ακόμα, ώσπου φτάνουν οι πολλοί στον δωδέκατο και κάποιοι λίγοι στον δέκατο τρίτο κύκλο. Μα και τότε το φαγί στον δωδέκατο κύκλο σώθηκε και οι πολλοί θέλησαν να μπουν στον τελευταίο κύκλο, τον μικρότερο όλων και όχι τόσο γεμάτο με καρπούς. Οι λίγοι εκείνη τη φορά επέδειξαν την μεγαλύτερη αντίσταση που είχαν επιδείξει ποτέ, μα πάλι δεν κατάφεραν τελικά να αποτρέψουν τους πολλούς από το να μπουν μέσα. Πράγματι οι πολλοί μπήκαν. Μπήκαν και χόρτασαν με καρπούς αλλά και με κρέας αυτή τη φορά, αφού το φαγητό δεν ήταν αρκετό...